Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Δ.Ν. Μαρωνίτης: συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή

Αναρτήθηκε στο www.diastixo.gr.

Τρίτη, 28 Μάιος 2013 10:16
ΕΛΛΗΝΕΣ
Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣσυνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή
 
Πάνε περίπου δεκαπέντε χρόνια από την προηγούμενη φορά που τον είχα συναντήσει. Ο κ. Δημήτρης Μαρωνίτης, πρόεδρος τότε του Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Α.Π.Θ., προκαλούσε σε όλους μας, φοιτητές και καθηγητές, αισθήματα δέους. Ακόμα και σήμερα, γράφοντας αυτές τις αράδες τον φαντάζομαι να ελέγχει τη στίξη μου. Ακόμα και σήμερα, τον θεωρώ δάσκαλό μου και ζητάω να μάθω από αυτόν με αφορμή τη μετάφρασή του της Ιλιάδας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα και τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ενδογλωσσικής Μετάφρασης. Σύντομα, μάλιστα, θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε επί σκηνής την Ιλιάδα στη συγκεκριμένη μετάφραση και σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού (4-8 Ιουνίου 2013, Πειραιώς 260, Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου).
 
Κύριε Μαρωνίτη, πρώτη φορά στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο θα παρουσιαστεί ολόκληρη η Ιλιάδα, σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού και με βάση τη μετάφρασή σας. Έχετε ήδη δει κάποιο μέρος της δουλειάς;
 
Έχω δει δύο πρόβες, θα δω ξανά στον καινούργιο χώρο, όπου θα παιχτεί. Ομολογώ ότι έχω ενθουσιαστεί με τη ζωντάνια της δουλειάς αυτής και με την αθωότητά της, γιατί ο Λιβαθινός δουλεύει με πολύ νέα παιδιά κατά βάση. Μ’ έχει συγκινήσει πάρα πολύ η πρόταση καταρχήν του Στάθη του Λιβαθινού, ο ενθουσιασμός των παιδιών – η αφοσίωσή τους απερίγραπτη στον λόγο τον ίδιο και στον τρόπο που τον εκφέρω. Κι ένα στοιχείο που προσωπικά τουλάχιστον θεωρώ ότι είναι σωτήριο για τέτοιου είδους κείμενα, όταν κανείς τα ανεβάζει στο θέατρο. Τι εννοώ; Τα έπη αυτά ουσιαστικά, ασχέτως αν έχουν γραφεί ή αν έχουν συντεθεί και με τη βοήθεια της γραφής, λειτουργούσαν τότε ως ακροαματικός λόγος, θεατός κατά κάποιον τρόπο ακροαματικός λόγος στα Παναθήναια και σε άλλες γιορτές, σε διάφορες περιοχές. Το καλό με τη δουλειά που κάνει τώρα ο Στάθης είναι το πόσο καθαρά, ευκρινώς, και θα έλεγα –με την καλή σημασία– δυνατά ακούγεται ο ομηρικός λόγος από τα νέα αυτά παιδιά. Όχι ψιθυρίσματα εσωτερικότητας και τα λοιπά. Μια καλώς εννοούμενη εξωστρέφεια ακροαματική, που εδώ βγαίνει και που μ’ έχει ενθουσιάσει. Είχε προηγηθεί και είχε μεγάλη επιτυχία, με είχε συγκινήσει πάρα πολύ, αυτό που έγινε πριν από δύο χρόνια στο Εθνικό Θέατρο με τις απαγγελίες γυναικών ηθοποιών, εξαιρετικών. Ακούστηκε όλη η Ιλιάδα χωρίς διακοπές μπροστά σε ένα πραγματικά συγκινητικό ακροατήριο, πέρα από το ότι ήταν πολύ πυκνό – απρόβλεπτο, θα έλεγα, ακροατήριο, πάντως όχι συμβατικό, και στο σύνολό της η εκδήλωση αυτή έδειχνε ότι κάτι τρέχει με το έπος αυτό.
 
Να επισημάνουμε όμως ότι τότε είχαμε μία ραψωδία κάθε Πέμπτη. Ενώ τώρα θα έχουμε όλη την Ιλιάδα σε μία παράσταση.
 
Ναι, αυτό είναι το επίμαχο ή το δύσκολο εγχείρημα του Στάθη. Βέβαια, το να παρουσιαστεί επί σκηνής το έπος ολόκληρο δεν είναι δυνατόν. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι πρόκειται για μια σχετικά μακράς διαρκείας παράσταση, γύρω στις 4-4,5 ώρες –δε με πειράζει καθόλου, το γουστάρω αυτό– γουστάρω δηλαδή με αυτό το έπος να καθίσει κανείς και ή να βαρεθεί ή πραγματικά να συγκινηθεί και να του μείνει στη ζωή του εφεξής η αίσθηση αυτή, μένοντας καθηλωμένος 4,5 ώρες μ’ ένα μικρό διάλειμμα. Χαίρομαι που έγινε το πράγμα αυτό.
 
Πάνω στη δουλειά της μετάφρασης, τώρα, ποια ήταν η μεγαλύτερη αγωνία σας στην Οδύσσεια και ποια στην Ιλιάδα;
 
Έχει αξία αυτή η αντίστροφη ανάβαση από την Οδύσσεια στην Ιλιάδα, στη βάση την αποδεδειγμένη κατά την αντίληψή μου, ως μελετητή της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, ότι το έπος της Οδύσσειας, ας πούμε και ο ποιητής της Οδύσσειας, μάλλον διαφορετικός από τον ποιητή της Ιλιάδας, μαθητεύει στην Ιλιάδα και στον ποιητή της Ιλιάδας συνθέτοντας το δικό του ποίημα. Έτσι δημιουργείται αυτό το μοντέλο που λέω εγώ, από τον μαθητή στον δάσκαλο και όχι αντιστρόφως, από τον δάσκαλο στον μαθητή. Αυτό όπως ξέρεις, εξάλλου, ήταν και ο τρόπος διδασκαλίας μου όλα τα χρόνια στο πανεπιστήμιο, και προσπαθώ ακόμη και στα γραπτά μου κείμενα να υποδεικνύω ότι αυτή είναι η μέθοδος που εμένα προσωπικά τουλάχιστον και μ’ ερεθίζει και μ’ ενδιαφέρει, και νομίζω πως είναι γόνιμη και ωφέλιμη.
 
Υπάρχουν απαντητικά στοιχεία αυτής της μαθητείας της Οδύσσειας στην Ιλιάδα;
 
Υπάρχουν πολλά, δεν είναι της ώρας να τα συζητήσουμε, αλλά υπάρχουν στοιχεία –ας το πω έτσι– ανταπόκρισης και θετικά και αντιθετικά, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον. Η Ιλιάδα είναι ένα πολεμικό κατά βάση έπος. Πώς παρουσιάζει τον πόλεμο είναι ένα άλλο θέμα, και πολύ σοβαρό. Η Οδύσσεια είναι ένα κατά βάση μεταπολεμικό έπος, που μοιάζει να συνεχίζει και να σχολιάζει τα παρεπόμενα του ιλιαδικού πολέμου. Αν η Ιλιάδα είναι ένα επιθετικό έπος, κατά κάποιον τρόπο –ή, αν θέλεις, επιδρομικό έπος– η Οδύσσεια είναι και στην κατασκευή της ακόμη ένα αναδρομικό έπος, ένα έπος πια όχι εκστρατείας, όπως η Ιλιάδα, αλλά ένα έπος νόστου, επιστροφής, επομένως εδώ έχουμε αυτά τα συγγενικά και μαζί αντιθετικά δίδυμα για τα οποία μιλώ.
 
Σε ποιο επίπεδο φαίνεται αυτό;
 
Φαίνεται σε πολλά επίπεδα. Φαίνεται στο πώς χρησιμοποιεί ή δε χρησιμοποιεί ο ποιητής της Οδύσσειας στοιχεία μύθου από την Ιλιάδα, ή συμπληρώνει στοιχεία μύθου, τα οποία τα αφήνει μετέωρα η Ιλιάδα, όπως είναι λόγου χάρη η τύχη του Αχιλλέα. Και ο θάνατος του Αχιλλέα και η ταφή του Αχιλλέα στην Οδύσσεια υπάρχει, ενώ στην Ιλιάδα δεν υπάρχει – κι εδώ είναι το σκάνδαλο το μεγάλο της Ιλιάδας, που δεν καταδέχεται θα ’λεγε κανείς να συμπεριλάβει και τον θάνατο του πρώτου ήρωά της. Αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Έχουμε, λοιπόν, τέτοιου είδους καταρχήν προσαρμογές και μαζί αντιστροφές ή συμπληρώματα.
 
Εσείς, μεταφράζοντας και το ένα έπος και το άλλο, σε ποιο νιώσατε την ψυχή σας πιο κοντά;
 
Τα δύο έπη που, επαναλαμβάνω, έχουν πολλές ομοιότητες θετικές και αντιθετικές, και σε θέματα μυθοπλασίας και σε θέματα τέχνης και τεχνικής, έχουν και κάποιου είδους ριζικές διαφορές στον τόνο και στον τρόπο τους. Δύο από αυτές θα τις υπογραμμίσω, γιατί ήταν αυτές κυρίως που με ερέθισαν εμένα καθ’ οδόν κι ήταν αυτές που έπρεπε να χωνευτούν για να φανεί η ανάκλασή τους – και μες στη μετάφρασή μου επιχειρούσα, εάν δεν ήθελα η μετάφραση της Ιλιάδας να είναι κατά κάποιον τρόπο ένα αντίγραφο της μετάφρασης της Οδύσσειας. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος από κάποια άποψη πιο γοητευτικό, πιο πιασάρικο, με τα παραμυθικά του στοιχεία, με τα αφηγηματικά του κόλπα. Σε γοητεύει να το ακούς, να το σκέφτεσαι, ακόμα και να το παριστάνεις με τον έναν ή τον άλλο τρόπο – και εικαστικά, η έκθεση που έχει κάνει ο Κοκκινίδης τα τελευταία χρόνια έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με αυτόν τον γοητευτικό, πιασάρικο τόνο και τρόπο της Οδύσσειας, τουλάχιστον στην επιφάνεια, γιατί από κάτω τρέχει αρκετή μελαγχολία και απαισιοδοξία και στην Οδύσσεια –απλώς θέλει λίγο σκάψιμο το πράγμα–, η Ιλιάδα είναι ένα καταρχήν ακατάδεκτο έπος, δεν καταδέχεται με τίποτε να δελεάσει τον ακροατή της ή και τον αναγνώστη της με ένα είδος γοητείας και στον αφηγηματικό της τρόπο και στη μυθοπλασία της και στη δραματοποίησή της. Αυτό σημαίνει λίγο-πολύ ότι ισχύει μία ορολογία που τη χρησιμοποιώ και στον πρόλογο και στο επίμετρο της μετάφρασης. Ενώ η Οδύσσεια είναι ένα έπος που το υποδεχόμαστε από κάποια απόσταση, ας πούμε ένα έπος που το προσλαμβάνουμε εξ ακοής, η Ιλιάδα με αυτό που είναι ή την προσλαμβάνουμε εξ επαφής, με όλες τις συνέπειες που μπορεί να έχει η επαφή με ένα κείμενο που μπορεί να είναι συγκλονιστική, να ανατρέπει πάρα πολλά πράγματα μες στο μυαλό, και στο σώμα ακόμη, η Ιλιάδα το μόνο που δέχεται είναι αυτή η πρόσληψη εξ επαφής. Όποιος την τολμήσει, ανταμείβεται. Όποιος δεν την τολμήσει, μένει έξω ή τον σπρώχνει έξω από τον χώρο της η Ιλιάδα.
 
Και τι χάνει αυτός που θα μείνει έξω;
 
Εγώ καθώς προχώρησα από τη γοητεία της Οδύσσειας σε αυτόν τον χαρακτήρα τον περήφανο και τον πιο απαιτητικό της Ιλιάδας, στην αρχή θα έλεγα τρόμαξα. Έτσι κι αλλιώς, η απόφασή μου ήταν να βρω και σε επίπεδο ύφους και σε επίπεδο ήθους έναν διαφορετικό μεταφραστικό κώδικα από κείνον που χρησιμοποίησα στην Οδύσσεια – με βασάνισε αυτό το πράγμα. Πιστεύω ότι εν μέρει τουλάχιστον το πέτυχα, φαίνεται: δεν μοιάζει ο μεταφραστικός λόγος της Ιλιάδας να αποτυπώνει τον μεταφραστικό λόγο της Οδύσσειας. Γενικότερα, θα έλεγα με έχει επηρεάσει και στη ζωή μου στα ώριμα χρόνια μου.
 
Με ποιον τρόπο;
 
Μ’ έχει πολύ βαθύτερα επηρεάσει η Ιλιάδα απ’ ό,τι η Οδύσσεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμερίζω στη συνείδησή μου ό,τι έχω κερδίσει από την Οδύσσεια και κυρίως ό,τι έχω αποτυπώσει σ’ ένα βιβλίο που νομίζω ότι ίσως να μείνει και για κάποια χρόνια – οι ξένοι έχουν υπογραμμίσει τη σημασία του πάρα πολύ: Αναζήτηση και νόστος του Οδυσσέα – Η διαλεκτική της Οδύσσειας (Κέδρος, 1991). Επομένως, μοιάζει να έχω λίγο ή πολύ, εν μέρει τουλάχιστον, ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με την Οδύσσεια με το βιβλίο αυτό, αλλά και άλλα μελετήματα. Τώρα, λόγου χάρη, στο Διεθνές Συνέδριο που θα γίνει τον Σεπτέμβριο πάλι στην Ιθάκη, θα μιλήσω για το σκάνδαλο των εταίρων στην Οδύσσεια. Εξακολουθεί να με απασχολεί η Οδύσσεια μ’ έναν δικό της τρόπο. Κυρίως όμως είμαι μες στον κόσμο της Ιλιάδας, είτε διαβάζω και ξαναδιαβάζω, είτε ακούω και ξανακούω, τώρα και βλέποντας… θα ’λεγα μεταξύ τρόμου και πολύ βαθιάς συμπάθειας, δεν ξέρω πώς να το πω. Όσο για τη μεταφραστική μου θεωρία και τη μεταφραστική μου πρακτική, που δεν είναι μονάχα δική μου –την ακολουθούνε και άλλοι, ο καθένας με τον τρόπο του–, στην Ελλάδα όμως νομίζω ότι εφαρμόστηκε πρώτη φορά και σε αυτό διαφέρει η μετάφρασή μου της Οδύσσειας και της Ιλιάδας και από τις μεταφράσεις του Εφταλιώτη, λόγου χάρη, για την Οδύσσεια ή του Πάλλη για την Ιλιάδα, και από τις μεταφράσεις του Καζαντζάκη και του Κακριδή. Καταρχήν η στιχουργία είναι διαφορετική, ακολουθείται αυτό που ονομάζουμε –καλώς ή κακώς– ελεύθερος στίχος, καταργείται ως ένα σημείο ο μονότονος ρυθμός του 15σύλλαβου ή 17σύλλαβου, υπηρετείται η απαίτηση να αποδοθεί ο εσωτερικός ρυθμός του λόγου. Και αυτός ήταν ο μεγάλος μου αγώνας. Έδειξα εμπιστοσύνη στη μεταφραστική αίσθηση έναντι της γραφής και της ανάγνωσης, βλέπω τη μετάφραση ως την τρίτη κορυφή ενός τριγώνου. Και θεωρώ τη λειτουργία της μετάφρασης οριακή για την εξέλιξη της ποίησης και για τη μετάδοσή της. Δεν έχουμε ένα ακίνητο πρωτότυπο κείμενο και μία κινημένη γλώσσα, αλλά τη σύγχρονη κίνηση και των δύο όρων. Οι δύο γλώσσες, η μεταφραζόμενη και η μεταφραστική, συνάγονται, συναντώνται, βρίσκουν σημείο τριβής όπου εκλύεται κάτι που δεν το πιστεύουμε. Η τριβή αυτή βγάζει στην επιφάνεια την ουσία της γλώσσας, τα πυρηνικά της στοιχεία. Βγάζει στο φως το ενδιάθετο δυναμικό και των δύο γλωσσών, στην προκειμένη περίπτωση της αρχαιοελληνικής και της νεοελληνικής. Και δείχνει πόσο προδρομικά είναι τα κείμενα αυτά. Η τριβή αυτή των δύο γλωσσών θυμίζει ακριβώς την τριβή δύο ανθρώπινων σωμάτων: εκλύεται μία δυναμική, που άλλως πως μένει ανενεργή. 
 
Ποιο ήταν το μεγαλύτερο μεταφραστικό άγχος σας;
 
Ήταν πολλά τα άγχη, ανάλογα και με το μέρος που μεταφράζει κανείς. Η Ιλιάδα θα μπορούσε τυπολογικά να μεριστεί σε κάποια κεφάλαια που de facto διαφέρουν ως προς τον τρόπο, τον τόνο τους και, επομένως, και τον λόγο τους. Τα κεφάλαια, καταρχήν, των μαχών και των συγκρούσεων. Αυτό που λέω εγώ: το μεγάθεμα του πολέμου, έτσι όπως διασπείρεται στην Ιλιάδα και μερίζεται μάλιστα, και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, ανάμεσα στην εμφυλιακή έριδα και στη σύγκρουση Αχαιών και Τρώων. Είναι, από την άποψη αυτή, κάτι απίστευτο, τι γίνεται ακριβώς με το μεγάθεμα του πολέμου στην Ιλιάδα. Το δεύτερο μεγάλο θέμα, που έχει έναν δικό του κώδικα, είναι αυτό που λέω εγώ: το μεγάθεμα της ομιλίας. Λόγοι και διάλογοι μεταξύ εταίρων, μεταξύ συζύγων ή και μεταξύ παρασυζύγων, όπως είναι η Ελένη και ο Πάρις. Έχουμε, λοιπόν, τα δύο αυτά μεγαθέματα σε εντελώς διαφορετική εκδοχή απ’ ό,τι στην Οδύσσεια – για να φέρω ένα παράδειγμα, στην Ιλιάδα το μεγάθεμα του πολέμου αποδεικνύεται ισχυρότερο και εξαρθρώνει ουσιαστικά το μεγάθεμα της ομιλίας, σχεδόν και στις τρεις αυτές εκδοχές, και δεν αφήνει περιθώρια για το τρίτο μεγάθεμα, που είναι ο νόστος, παρά μόνο στην εκδοχή του νεκρώσιμου νόστου. Έχουμε δύο παραδείγματα συγκλονιστικά νεκρώσιμου νόστου στην Ιλιάδα. Το ένα είναι ο εντεταλμένος από τον Δία νεκρώσιμος νόστος του Σαρπηδώνα, που κατάγεται από τη Λυκία και είναι γιος του Δία, και όταν φονεύεται και διασύρεται, εντέλλεται ο Απόλλων να μυρώσει, να πλύνει, να ντύσει το σώμα αυτό και να το παραδώσει στον Ύπνο και στον Θάνατο για να το επιστρέψουν στη Λυκία. Ένας εμφανής νεκρώσιμος νόστος, κι ένας λανθάνων αλλά ενδεχομένως πιο συγκλονιστικός, όπως είναι κατ’ εμέ ο νεκρώσιμος νόστος του Έκτορα – ο οποίος κι αυτός νοστεί από τη σκηνή του Πριάμου στην τελευταία ραψωδία, ύστερα απ’ τον διασυρμό του, έχουμε αυτή την εταιρική ομιλία του Πριάμου και του Αχιλλέα, ουσιαστικά τη συμφιλιωτική. Κάτι που καταλήγει στην επιστροφή του νεκρού Έκτορα. Και, κατά περίεργο τρόπο, η Κασσάνδρα πάνω από το κάστρο, όταν βλέπει τον πατέρα της να πλησιάζει τις πύλες του κάστρου, φωνάζει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε ποιος έρχεται και ποιον φέρνει». Κι εκεί χρησιμοποιεί το ρήμα νοστώ και το ουσιαστικό νόστος. Έχουμε, λοιπόν, αυτούς τους τρεις βασικούς τύπους και στα δύο έπη, με μια διαφορετική αντιθετική έκφραση. Ο πόλεμος γενικότερα –είναι μεταπόλεμος, ουσιαστικά, στην Οδύσσεια– ή μετατρέπεται σε μνηστηροφονία, σε κάτι εντελώς διαφορετικό, φονική βέβαια μέχρι εξαντλήσεως στην Οδύσσεια. Εν πάση περιπτώσει, κατά κάποιον τρόπο υποχωρεί το μεγάθεμα του πολέμου στην Οδύσσεια στο μεγάθεμα της ομιλίας, και κυρίως της συζυγικής ομιλίας, η οποία φτουράει και εντέλει επιβάλλεται. Και, φυσικά, επικυρώνεται απολύτως το θέμα του νόστου στη θετική του εκδοχή ύστερα, με τις δοκιμασίες που προέκυψαν.
 
Περιγράψατε με πολύ πάθος δύο-τρεις σκηνές από την Ιλιάδα. Αν θέλατε να κεντρίσετε το ενδιαφέρον ενός νέου ανθρώπου για τα ομηρικά έπη, ποια σκηνή από την Ιλιάδα θα του διαβάζατε;
 
Κοίταξε, θα αντιδρούσα καταρχήν. Γενικότερα είμαι εναντίον των εκδοχών που προσπαθούν μέσα από ένα κείμενο συνόλου να αρπάξουν στοιχεία και θέματα, τα οποία υποτίθεται ότι είναι αιχμηρότερα και επομένως μπορούν να τραβήξουν περισσότερο τον αναγνώστη, ή και τον θεατή ακόμη. Αυτό που θα λέγαμε, πιασάρικα θέματα. Αφήνοντας λοιπόν στην άκρη αυτή τη μέθοδο, της επιλογής, έχω την εντύπωση ότι το πρώτο που θα έλεγα είναι, και με την αφορμή τώρα της παράστασης του Λιβαθινού, καταρχήν να διαβαστεί η Ιλιάδα –και η Οδύσσεια– ολόκληρη και μέσα στο σχολείο, σαν να διαβάζουν ένα μυθιστόρημα της μιας ή της άλλης κατηγορίας, και με αυτόν τον τρόπο να περάσει ύστερα –όχι ακριβώς μ’ έναν διδακτικό τρόπο, συμβατικό και σχολικό– και μες στο σχολείο και μες στο πανεπιστήμιο. Το κέρδος λοιπόν είναι να διαβαστούν ολόκληρα και τα δύο έπη, προπαντός να διαβαστεί επιτέλους ολόκληρη η Ιλιάδα, κυρίως για να αναγνωριστούν –αυτό είναι κάτι απίστευτο– τα σχεδόν παραβατικά της στοιχεία, που δεν πιστεύει κανείς στα μάτια του και στ’ αυτιά του ότι υπάρχουνε στην Ιλιάδα, ενώ τέτοιου είδους παραβατικά στοιχεία δεν υπάρχουν στην Οδύσσεια. Η Οδύσσεια από την άποψη αυτή θα ’λεγε κανείς ότι είναι ένα συντηρητικότερο, παραδοσιακότερο έπος. Θα σας πω δυο παραδείγματα: το πρώτο και το κυριότερο είναι ότι η Ιλιάδα είναι ένα έπος πολεμικό μοναδικό στη φιλολογία, απ’ όσο ξέρω, του ηρωικού έπους, που τελειώνει χωρίς νικητές και ηττημένους. Αυτό δεν είναι απλώς παράβαση, είναι ανατροπή τρομακτική, με όλες τις συνέπειες και τα παρεπόμενα που μπορεί να έχει, και τα οποία μπορεί κανείς να τα συζητάει μέρες ολόκληρες. Αυτό το παράδειγμα αναφέρεται στο τέλος του έπους. Να πω ότι και στην αρχή έχουμε μια παραβατικότητα εκπληκτική. Συνήθως τα ομηρικά έπη, αυτό κάνει και η Οδύσσεια, στους πρώτους στίχους του προοιμίου εξαίρουν και δοξάζουν τον κεντρικό ήρωα. Η Ιλιάδα κάνει το ανάποδο, σχεδόν καταριέται τον βασικό της ήρωα, καταριέται τουλάχιστον την μήνιν του, τον θυμό του και την καταστροφή που έφερε αυτή η μήνις. Μια τρίτη παράβαση, που δεν την πιστεύει κανείς, παρά μονάχα έχοντας διαβάσει το σύνολο της Ιλιάδας, είναι ότι ο βασικός της ήρωας, ο Αχιλλέας, είναι πάνω από δεκαοχτώ, για να μην πω είκοσι μία ραψωδίες, ανενεργός, απών. Πείτε μου ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα, όπου ο κεντρικός ήρωας να απουσιάζει στα τρία τέταρτά του. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι μόνο εάν διαβαστεί ολόκληρη, ή ακουστεί τουλάχιστον μ’ έναν τρόπο ώστε να μη χαθούν αυτού του είδους οι απίστευτοι νεωτερισμοί, θα έλεγα, της Ιλιάδας, που δεν υπάρχουν στην Οδύσσεια, ώστε να μη χαθεί η βασικότερη σημασία που θα είχε και η παράσταση της Ιλιάδας, και κυρίως η ανάγνωση της Ιλιάδας με προσοχή, η ακρόασή της με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Εμένα αυτά τα στοιχεία είναι που με συγκλόνισαν, καθ’ οδόν τα ανακάλυψα κατά κάποιον τρόπο, και συνεχώς ανακαλύπτω μερικά πράγματα.
 
Καθώς μεταφράζατε την Ιλιάδα, ανθολογήσατε 24 + 2 Ιλιαδικές παρομοιώσεις, όπως είναι ο τίτλος του έργου σας (Εκδόσεις Άγρα, 2012). Παρόμοιο ανθολόγιο είχατε εκπονήσει και για την Οδύσσεια (Εκδόσεις Διάττων, 2004). Γιατί σας κέντρισαν τόσο το ενδιαφέρον οι ομηρικές παρομοιώσεις;  
 
Οι παρομοιώσεις της Ιλιάδας είναι τολμηρές, ενώ στην Οδύσσεια δεν είναι έτσι ακριβώς. Ό,τι είναι φυσικό σε μια εικόνα φύσης, στην πολεμική σύγκρουση φαίνεται αφύσικο. Σε περίπτωση έξαρσης του νου, γίνεται ένας αναγκαίος συνειρμός σε ένα οριακό γεγονός, όπως είναι για παράδειγμα ο φόνος, που πάει να μας κατακλύσει, μας καθηλώνει με τον αφύσικο χαρακτήρα του. Όταν το ακούμε, λόγου χάρη παρομοιάζεται η σύγκρουση δύο ηρώων με τον σπαραγμό ενός ελαφιού από έναν κάπρο, όταν ζούμε κάτι οριακό, δε λέμε «αυτό κάτι μου θυμίζει»; Είναι ένα είδος παραίσθησης, που γεννιέται μέσα από την αίσθηση. Οι εικόνες λειτουργούν ως συμπλήρωμα παραίσθησης. Κι έτσι, συμπληρώνεται ο κύκλος της πραγματικής συγκίνησής μας, που είναι όχι μόνο αισθητικός αλλά και παραισθητικός.
 
ΙλιάςΙλιάς
Όμηρος
μετάφραση: Δ.Ν. Μαρωνίτης
Άγρα
613 σελ.
Τιμή € 30,00
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Η μάχη της οδοντόβουρτσας: κριτική

Η πρώτη μου κριτική για τη Μάχη της Οδοντόβουρτσας, από μία βιβλιοφάγο θεία και νονά:

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Η μάχη της οδοντόβουρτσας - Ράνια Μπουμπουρή (Εκδόσεις Ψυχογιός, Μάιος 2013)


Γράφει η Μιρέλα Σταυρινού


Τα νήπια και τα παιδιά έχουν μικρές-μικρές και παράλογες για εμάς τους «μεγάλους» φοβίες. Όπως και ιδιορρυθμίες. Θα μου πείτε… εδώ εμείς οι μεγάλοι και έχουμε, τα παιδιά δεν θα έχουν;

Με τη μόνη διαφορά ότι για τις φοβίες των παιδιών υπάρχουν τα υπέροχα βιβλιαράκια της καλής μας φίλης και συγγραφέως παιδικών βιβλίων Ράνιας Μπουμπουρή. Βιβλιαράκια που τα βοηθούν να εξοικειωθούν με το καθετί τα τρομάζει και – γιατί όχι; - να το ξεπεράσουν κιόλας. Η Ράνια είναι και μανούλα, οπότε κάτι παραπάνω ξέρει από εμένα.
 
Και, όπως έκανε στο παρελθόν με το «φλέγον» θέμα της τουαλέτας («Στο γιογιό με τη γιαγιά»), την συχνά ενοχλητική επιμονή κάποιων νηπίων να κοιμούνται τακτικά με τη μαμά τους («Κοιμήσου μαζί μου, μαμά!»), αλλά και το θέμα αποχωρισμού της πιπίλας («Πιπίλα μου γλυκιά»), έτσι και τώρα με το ολοκαίνουριο βιβλιαράκι της, που ήδη έγινε ένα από τα αγαπημένα της ανιψούλας μου. Μέσα σε λιγότερο από 2 μέρες, έμαθε να τραγουδά το ποιηματάκι του βιβλίου:

Βουρτσίζω αριστερά,
Βουρτσίζω δεξιά,
Βουρτσίζω πίσω πίσω,
Βουρτσίζω και μπροστά!

Ας αναφέρουμε όμως λίγα λόγια για την πλοκή:

Η Μαριτίνα βαριέται φοβερά το πλύσιμο των δοντιών.
«Αχ, τι ωραία που θα ήταν να μην υπήρχαν οδοντόβουρτσες και οδοντόκρεμες!, σκεφτόταν η Μαριτίνα, ξαπλωμένη κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα. Ώσπου ο ύπνος ήρθε και την τύλιξε τρυφερά στην αγκαλιά του».

Ένα βράδυ όμως, βλέπει ένα παράξενο όνειρο. Η αρχοντοπούλα Οδοντόβουρτσα κινδυνεύει να χάσει τον αγαπημένο της πρίγκιπα Χαμόγελο, επειδή η κυρα-Ουλίτιδα τον προορίζει για την κόρη της, την Τερηδόνα.
«Δοκίμασε από τούτο δω, μικρή και ανόητη Οδοντόβουρτσα, και μετά να σε δω να ορέγεσαι πρίγκηπες και μεγαλεία. Τα δόντια σου θα κιτρινίσουν, θα μαυρίσουν, θα σαπίσουν και θα σ’αφήσουν! Ο Χαμόγελος δε θα θέλει να σε δει μήτε ζωγραφιστή. Ουάαα χα χα χα χα!, ξέσπασε σ’ ένα γέλιο μοχθηρό».

Τι λέτε πως θα κάνει η Μαριτίνα;

Το έχω ξαναγράψει όταν μιλώ για παιδική λογοτεχνία, η ανάγνωση βιβλίων προσχολικής ηλικίας για χάρη της μικρής Βαλέριας μού κάνει πολύ καλό. Γιατί με γυρνά πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι τις πρωτόγνωρες χαρές που έζησα τότε όταν πρωτοερχόμουν σε επαφή με το καθετί του κόσμου ετούτου. Τα παιδιά ενθουσιάζονται εύκολα, με πράγματα μικρά. Μακάρι να ήμασταν και εμείς έτσι. Μαζί με τα όμορφα, θυμάμαι και τις φοβίες μου, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να είναι παρούσες μέχρι και σήμερα στη ζωή μου.
Ως παιδί ήμουν φοβιτσιάρικο και με διάφορες ιδιοτροπίες – ευτυχώς η ανιψούλα μου δεν μου έμοιασε σε αυτό. Η Βαλέρια τρελαίνεται να βουρτσίζει τα δοντάκια της κάθε βράδυ, όπως ακριβώς κάνει και η μαμά της.

Αλλά αν το παιδάκι σας βαριέται την όλη διαδικασία – όπως τη βαριόμουν κι εγώ μέχρι μια μεγάλη ηλικία και κατά συνέπεια φορτώθηκα αμέσως-αμέσως το πρόβλημα της ουλίτιδας, μαζί με ένα σωρό σφραγίσματα – τότε αξίζει και με το παραπάνω να αποκτήσετε το τοσοδούλικο αυτό βιβλιαράκι. Θα βοηθήσει πολύ να πείσετε το μικρό σας ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο να βουρτσίζει τα δοντάκια του συστηματικά.

Και φυσικά θα το λατρέψετε και εσείς, είναι τόσο καλογραμμένο και με λόγο που ρέει αβίαστα και χαριτωμένα σαν γλυκό τραγούδι. 

 
Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Ράνια Μπουμπουρή είναι επιμελήτρια εκδόσεων και μεταφράστρια. Γεννήθηκε το 1974 στο Καρπενήσι, όπου πέρασε ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με πολλά γέλια και πολλούς καβγάδες με τις τέσσερις αδερφές της.
Στις Πανελλήνιες πέρασε πρώτη στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε. του Α.Π.Θ., όπου αρίστευσε στα μαθήματα λόγου και φιλοσοφίας με καθηγητές τους Δ.Ν. Μαρωνίτη και Γ. Βώκο αντίστοιχα.

Λατρεύει την παιδική λογοτεχνία, είναι μέλος του ελληνικού τμήματος της ΙΒΒΥ (International Board Books for Young People) και της SCBWI (Society of Children’s Book Writers and Illustrators).

Έχει βραβευτεί με τον Έπαινο Ποίησης της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφτείτε το ιστολόγιό της : http://raniouska.blogspot.gr
 

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Ράνια Μπουμπουρή: σε πρώτο πρόσωπο


Λίγα λόγια για τη δουλειά μου, σε πρώτο πρόσωπο.
Δημοσιεύτηκε στο www.diastixo.gr στις 21/05/2013.

Με τις ιστορίες που γράφω για παιδιά, προσπαθώ να φωτίσω την καθημερινότητά τους μ’ ένα αλλιώτικο φως. Μ’ αρέσει να παρουσιάζω θέματα που είναι πολύ σοβαρά για τα ίδια και συχνά αποτελούν αγκάθι στη σχέση τους με τους γονείς τους. Όπως είναι η εξάρτηση από την πιπίλα, η εκπαίδευση στο γιογιό, η προσκόλληση σ’ ένα αγαπημένο αντικείμενο, η νυχτερινή ανασφάλεια στον ύπνο, η απροθυμία τους να καθίσουν στο παιδικό κάθισμα του αυτοκινήτου, η άρνησή τους να φάνε, η αμηχανία τους επειδή φορούν γυαλιά. Μετά την παρηγοριά που νιώθουν διαβάζοντας για έναν ήρωα που συμπάσχει μαζί τους, έρχεται η παρακίνηση: με την εξέλιξη της υπόθεσης, τους παρουσιάζω μία λύση ταιριαστή στο πλαίσιο της ιστορίας μου, που όμως μπορεί ν’ αποτελέσει έναυσμα για προβληματισμό στο προσωπικό πλαίσιο του καθενός.

Η ανταπόκριση μέχρι σήμερα είναι πλούσια και έχω εξαιρετικά μηνύματα από γονείς, με περιγραφές αποχαιρετισμού της πιπίλας από τον Θερμαϊκό Κόλπο μέχρι τη λιμνούλα στον Εθνικό Κήπο, με παιδιά που φωνάζουν καμαρωτά «γιαγιά, γιογιό» χωρίς να υπάρχει καν γιαγιά στο σπίτι, με παιδιά που επιμένουν να δοκιμάσουν κάστανα μες στο κατακαλόκαιρο, με παιδιά που δέχονται ν’ αφήσουν τα παιχνίδια τους στο σπίτι για να πάνε στον παιδικό σταθμό αλλά θέλουν η δασκάλα τους να λέγεται οπωσδήποτε Μίνα, όπως στο βιβλίο.
 
Στο τελευταίο μου βιβλίο, Η μάχη της οδοντόβουρτσας, θέλησα να παντρέψω αυτές τις μικρές μάχες που δίνουν τα παιδιά με τους γονείς στην καθημερινότητά τους, με το γνήσιο παραμύθι. Γι’ αυτό κι έβαλα τη μικρή Μαριτίνα, έπειτα από άλλη μία μάχη με τη μαμά της για το πλύσιμο των δοντιών, να ονειρεύεται ότι καλείται να σώσει την αρχοντοπούλα Οδοντόβουρτσα από τα μοχθηρά σχέδια της κυρα-Ουλίτιδας, η οποία προορίζει τον πρίγκιπα Χαμόγελο για την κόρη της, την Τερηδόνα. Και συνδυάζω, όπως αγαπώ πολύ, την αφήγηση με τους στίχους:
 
Οδοντόβουρτσα με λένε
και ο πρίγκιψ μ’ αγαπά.
Σαν ξυπνήσει το πρωί
έρχεται και με ζητά.
*
Μα και κάθε μεσημέρι
ύστερα απ’ το φαγητό του
πάντοτε η πρώτη σκέψη
είμαι εγώ μες στο μυαλό του.
*
Και το βράδυ, πριν πλαγιάσει
πάντα στο πλευρό μου τρέχει.
Τον φροντίζω, με φροντίζει,
τον προσέχω, με προσέχει.
 
Έτσι τραγουδάει ανέμελα η Οδοντόβουρτσα, ενώ η κυρα-Ουλίτιδα είναι σκυμμένη πάνω από το τσουκάλι της κι ανακατώνει ένα κίτρινο, παχύρρευστο υγρό:
 
Κυρα-Ουλίτιδα με λένε
και το έχω κάνει τάμα
τον Χαμόγελο να δω
με την κόρη μου αντάμα.
*
Στην υψίστη κοινωνία
θενά δω την Τερηδόνα
στου Χαμόγελου το πλάι
κι όχι αυτή την τσαπερδόνα.
*
Το παιδί μου θα κολλήσει
μια χαρά στο πριγκιπάτο
και η Οδοντόβουρτσά του
θα βρεθεί μεμιάς στον πάτο...
 
Η νεράιδα Αδαμαντίνη θα βοηθήσει τελικά τις δύο φίλες, τη Μαριτίνα και την Οδοντόβουρτσα, να καταπολεμήσουν την κυρα-Ουλίτιδα και την Τερηδόνα. Και το τραγούδι που τους μαθαίνει για το πλύσιμο των δοντιών, μέσα στο όνειρο της Μαριτίνας, είναι το τραγούδι με το οποίο θα συνοδεύει πλέον το πλύσιμο των δοντιών της η μικρή πρωταγωνίστριά μας. Και, ελπίζω, πολλά από τα παιδιά που θα διαβάσουν την ιστορία της.

Η μάχη της οδοντόβουρτσαςΗ μάχη της οδοντόβουρτσας
Ράνια Μπουμπουρή
εικονογράφηση: Χρύσα Σπυρίδωνος
Ψυχογιός
56 σελ.
Τιμή € 6,60












http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1176%3Ampoumpouri-aprosopo&catid=53%3Ase-a-prosopo&Itemid=300

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Η μάχη της οδοντόβουρτσας


Κυκλοφόρησε χθες, 15/05/2013, το βιβλίο μου Η μάχη της οδοντόβουρτσας από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε εικονογράφηση της Χρύσας Σπυρίδωνος:

Η Μαριτίνα βαριέται φοβερά το πλύσιμο των δοντιών. Ώσπου, ένα βράδυ, βλέπει ένα παράξενο όνειρο. Η αρχοντοπούλα Οδοντόβουρτσα κινδυνεύει να χάσει τον αγαπημένο της πρίγκιπα Χαμόγελο, επειδή η κυρα-Ουλίτιδα τον προορίζει για την κόρη της, την Τερηδόνα. Τι λέτε πως θα κάνει η Μαριτίνα; Ένα βιβλίο που θα πείσει τα παιδάκια να βουρτσίζουν τα δοντάκια τους.

Για περισσότερες πληροφορίες:
http://www.psichogios.gr/site/Books/show?cid=1001631


Παρουσίαση-κριτική από τη Μιρέλα Σταυρινού:

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013


Η μάχη της οδοντόβουρτσας - Ράνια Μπουμπουρή (Εκδόσεις Ψυχογιός, Μάιος 2013)


Γράφει η Μιρέλα Σταυρινού


Τα νήπια και τα παιδιά έχουν μικρές-μικρές και παράλογες για εμάς τους «μεγάλους» φοβίες. Όπως και ιδιορρυθμίες. Θα μου πείτε… εδώ εμείς οι μεγάλοι και έχουμε, τα παιδιά δεν θα έχουν;

Με τη μόνη διαφορά ότι για τις φοβίες των παιδιών υπάρχουν τα υπέροχα βιβλιαράκια της καλής μας φίλης και συγγραφέως παιδικών βιβλίων Ράνιας Μπουμπουρή. Βιβλιαράκια που τα βοηθούν να εξοικειωθούν με το καθετί τα τρομάζει και – γιατί όχι; - να το ξεπεράσουν κιόλας. Η Ράνια είναι και μανούλα, οπότε κάτι παραπάνω ξέρει από εμένα.
Και, όπως έκανε στο παρελθόν με το «φλέγον» θέμα της τουαλέτας («Στο γιογιό με τη γιαγιά»), την συχνά ενοχλητική επιμονή κάποιων νηπίων να κοιμούνται τακτικά με τη μαμά τους («Κοιμήσου μαζί μου, μαμά!»), αλλά και το θέμα αποχωρισμού της πιπίλας («Πιπίλα μου γλυκιά»), έτσι και τώρα με το ολοκαίνουριο βιβλιαράκι της, που ήδη έγινε ένα από τα αγαπημένα της ανιψούλας μου. Μέσα σε λιγότερο από 2 μέρες, έμαθε να τραγουδά το ποιηματάκι του βιβλίου:

Βουρτσίζω αριστερά,
Βουρτσίζω δεξιά,
Βουρτσίζω πίσω πίσω,
Βουρτσίζω και μπροστά!

Ας αναφέρουμε όμως λίγα λόγια για την πλοκή:

Η Μαριτίνα βαριέται φοβερά το πλύσιμο των δοντιών.
«Αχ, τι ωραία που θα ήταν να μην υπήρχαν οδοντόβουρτσες και οδοντόκρεμες!, σκεφτόταν η Μαριτίνα, ξαπλωμένη κάτω από το πουπουλένιο πάπλωμα. Ώσπου ο ύπνος ήρθε και την τύλιξε τρυφερά στην αγκαλιά του».

Ένα βράδυ όμως, βλέπει ένα παράξενο όνειρο. Η αρχοντοπούλα Οδοντόβουρτσα κινδυνεύει να χάσει τον αγαπημένο της πρίγκιπα Χαμόγελο, επειδή η κυρα-Ουλίτιδα τον προορίζει για την κόρη της, την Τερηδόνα.
«Δοκίμασε από τούτο δω, μικρή και ανόητη Οδοντόβουρτσα, και μετά να σε δω να ορέγεσαι πρίγκηπες και μεγαλεία. Τα δόντια σου θα κιτρινίσουν, θα μαυρίσουν, θα σαπίσουν και θα σ’αφήσουν! Ο Χαμόγελος δε θα θέλει να σε δει μήτε ζωγραφιστή. Ουάαα χα χα χα χα!, ξέσπασε σ’ ένα γέλιο μοχθηρό».

Τι λέτε πως θα κάνει η Μαριτίνα;

Το έχω ξαναγράψει όταν μιλώ για παιδική λογοτεχνία, η ανάγνωση βιβλίων προσχολικής ηλικίας για χάρη της μικρής Βαλέριας μού κάνει πολύ καλό. Γιατί με γυρνά πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι τις πρωτόγνωρες χαρές που έζησα τότε όταν πρωτοερχόμουν σε επαφή με το καθετί του κόσμου ετούτου. Τα παιδιά ενθουσιάζονται εύκολα, με πράγματα μικρά. Μακάρι να ήμασταν και εμείς έτσι. Μαζί με τα όμορφα, θυμάμαι και τις φοβίες μου, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να είναι παρούσες μέχρι και σήμερα στη ζωή μου.
Ως παιδί ήμουν φοβιτσιάρικο και με διάφορες ιδιοτροπίες – ευτυχώς η ανιψούλα μου δεν μου έμοιασε σε αυτό. Η Βαλέρια τρελαίνεται να βουρτσίζει τα δοντάκια της κάθε βράδυ, όπως ακριβώς κάνει και η μαμά της.

Αλλά αν το παιδάκι σας βαριέται την όλη διαδικασία – όπως τη βαριόμουν κι εγώ μέχρι μια μεγάλη ηλικία και κατά συνέπεια φορτώθηκα αμέσως-αμέσως το πρόβλημα της ουλίτιδας, μαζί με ένα σωρό σφραγίσματα – τότε αξίζει και με το παραπάνω να αποκτήσετε το τοσοδούλικο αυτό βιβλιαράκι. Θα βοηθήσει πολύ να πείσετε το μικρό σας ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο να βουρτσίζει τα δοντάκια του συστηματικά.

Και φυσικά θα το λατρέψετε και εσείς, είναι τόσο καλογραμμένο και με λόγο που ρέει αβίαστα και χαριτωμένα σαν γλυκό τραγούδι. 

 
Λίγα λόγια για την συγγραφέα:
Η Ράνια Μπουμπουρή είναι επιμελήτρια εκδόσεων και μεταφράστρια. Γεννήθηκε το 1974 στο Καρπενήσι, όπου πέρασε ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με πολλά γέλια και πολλούς καβγάδες με τις τέσσερις αδερφές της.
Στις Πανελλήνιες πέρασε πρώτη στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε. του Α.Π.Θ., όπου αρίστευσε στα μαθήματα λόγου και φιλοσοφίας με καθηγητές τους Δ.Ν. Μαρωνίτη και Γ. Βώκο αντίστοιχα.

Λατρεύει την παιδική λογοτεχνία, είναι μέλος του ελληνικού τμήματος της ΙΒΒΥ (International Board Books for Young People) και της SCBWI (Society of Children’s Book Writers and Illustrators).

Έχει βραβευτεί με τον Έπαινο Ποίησης της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφτείτε το ιστολόγιό της : http://raniouska.blogspot.gr
 


Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Πρόσκληση για εκδήλωση στον ''Ευριπίδη'' Κηφισιάς


Για τη φωτό ευχαριστώ την Αγγελική, http://www.paidikavivlia.blogspot.gr/


Στιγμιότυπο από την παρουσίαση του βιβλίου ''Η μάχη της οδοντόβουρτσας'' στον Ευριπίδη της Κηφισιάς: τα παιδιά σβήνουν με τις οδοντόβουρτσες-σβήστρες το μαύρο χρώμα από τα δόντια της αρχοντοπούλας Οδοντόβουρτσας, της κολλάνε ίσια το πάλλευκο χαμόγελό της και τη χρωματίζουν, για να τρέξει να βρει τον αγαπημένο της πρίγκιπα Χαμόγελο. Θερμές ευχαριστίες στην εικονογράφο Χρύσα Σπυρίδωνος!


Με τη Χρύσα Σπυρίδωνος. 




Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Το πρώτο Χμ που είδα! της Κατερίνας Κρις

Η βιβλιοπαρουσίασή μου αναρτήθηκε στο www.diastixo.gr στις 10/05/2013.

Χμμμ! Ωραίο παιχνιδιάρικο εξώφυλλο και πρωτότυπος τίτλος είναι δυνατός συνδυασμός, που μας ανοίγει την όρεξη για ένα παιδικό βιβλίο. Μερικές φορές, δυστυχώς, μένουμε με την όρεξη. Και η προσδοκώμενη καταβύθισή μας στα ενδότερα καταλήγει ένα ανόρεχτο πλατσούρισμα. Στην περίπτωση του Χμ, όμως, ετοιμαστείτε για βουτιές και μακροβούτια!
 
Οι ανακαλύψεις του Έγκμοντ Κλαβιέ: Το πρώτο Χμ που είδα! είναι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου της Κατερίνας Κρις. Ο Έγκμοντ Κλαβιέ, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, μας αφηγείται πώς άρχισε η σχέση του με το γράψιμο. Από ένα απλό και συνηθισμένο «μυτεράκι», ένα μολύβι δηλαδή, δώρο από τη μητέρα του, η οποία τον άφησε να ανακαλύψει μόνος του τι είναι το αντικείμενο αυτό και πώς χρησιμοποιείται. Κι όπως ο μικρός Έγκμοντ ανακαλύπτει τα μυστικά της γραφής, ξεπετάγεται μπροστά του ένα πλασματάκι μαγικό. Σαν ξωτικό. Με κεφαλάκι που θυμίζει μολύβι, με πέδιλα του σκι και μια φανταχτερή μικροσκοπική ομπρέλα. Είναι ένα… Χμ! Δε μιλούσε, αλλά ήταν σαν να έλεγε:
 
Είμαστε τα Χμ
που εμφανίζονται σαν Χμ
κάθε φορά που κάνεις χμ!
 
Μη φοβάσαι τις σελίδες τις λευκές!
Ξεκίνα μ’ ένα χμ!
Και με τη βοήθεια των Χμ
θα γεμίσουνε κι αυτές.
 
Το Χμ αποδεικνύεται μεγάλος βοηθός στη γραφή. Με μία και μόνη κίνηση, δημιουργεί μία σύνθετη λέξη από δύο απλές. Κι έπειτα, δίνει το κλειδί στον μικρό Έγκμοντ για τη μαγική χώρα της Κατωαποτημύτησου, που βρίσκεται σε κάθε λευκή σελίδα που είναι κάτω από τη μύτη μας και περιμένει να ανακαλύψουμε τα μυστικά της. Για την ακρίβεια, του δίνει ένα χάρτη, όπου εικονίζονται όλα τα σημαντικά σημεία της Κατωαποτημύτησου: το Σπήλαιο της Νεκρής Γλώσσας, τα Μολυβοβούνια, το Όρος Κιλιμούτζουρο, τα Ορυχεία των Σπάνιων Λέξεων…
 
Κι έτσι ξεκινούν οι περιπετειώδεις ανακαλύψεις του Έγκμοντ Κλαβιέ, που συνεχίζονται στον δεύτερο τόμο της σειράς, Ο Λεξιδιώτης Χμ! Και, ευελπιστούμε, θα συνεχιστούν σε επόμενους τόμους.
 
Η σελιδοποίηση των βιβλίων είναι παιχνιδιάρικη και αξιοποιεί κάθε δυνατότητα μορφοποίησης: τυπογραφικά στοιχεία μεγάλα και μικρά, όρθια και πλάγια, κανονικά και τονισμένα, πάντρεμα γραμματοσειρών, αράδες στοιχισμένες, αράδες τρελές – αποτέλεσμα γοητευτικό.  Παιχνιδοβιβλίο, λοιπόν, για να μην πούμε… ΠαιΧΜιδοβιβλίο!
 
Το πρώτο Χμ που είδαΤο πρώτο Χμ που είδα!
Κατερίνα Κρις
εικονογράφηση: Κατερίνα Κρις
Κέδρος
104 σελ.
Τιμή € 9,90












http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1122:xm-paidika&catid=47:pedika&Itemid=96

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Σκοτάδι βαθύ, δίχως άστρα, του Στίβεν Κινγκ

Κριτική του Μάκη Πανώριου στο www.bookpress.gr για το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ που επιμελήθηκα πέρυσι:

Σκοτάδι βαθύ, δίχως άστρα
                         
full-dark-no-starsΤου Μάκη Πανώριου 
Ο τίτλος του οποιουδήποτε βιβλίου συνήθως προϊδεάζει για το περιεχόμενό του, ή κι ακόμη μας προκαλεί να ασχοληθούμε μαζί του. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις είναι τόσο αποκαλυπτικός ώστε μπορεί κανείς και να παραβλέψει τις λεπτομέρειες που τον συνιστούν, όσο συναρπαστικές και αν είναι, ιδίως αν πρόκειται για μυθοπλαστικό κείμενο συγκεκριμένου συγγραφέα. Ο Στίβεν Κινγκ, επί παραδείγματι, επιβεβαιώνει και παράλληλα προκαλεί τον αναγνώστη του, όχι μόνο με τους τίτλους των έργων του, αλλά και με αυτό καθ’ εαυτό το όνομά του.
 
Είναι βέβαια ένας γονιμότατος συγγραφέας αστείρευτης φαντασίας, τρόμου κυρίως, που όχι μόνο συναρπάζει με τις προκλητικές ιστορίες του, αλλά βασικά ερεθίζει τη σκέψη με το υπαρξιακό υπόβαθρό τους. Οι τίτλοι των έργων του μαγνητίζουν τον αναγνώστη του και τον προτρέπουν να βυθιστεί στο τρομώδες σύμπαν τους, όπου εκεί τους αναμένει μάλλον μια πολύ πιο εφιαλτική υπαρξιακή αποκάλυψη από την εξωτερική, συνήθως γραφική επιφάνεια των ιστοριών του. Διότι, παρ’ όλη την εκκωφαντική ενίοτε παραδοξότητά τους, που διερμηνεύεται βεβαίως, επί της ουσίας, αποκαλύπτουν το τερατώδες που συνιστά τον άνθρωπο. Αυτό το ακατανόητο αινιγματικό ον του οποίου η ιδιοσυστασία δεν μπορεί να διερμηνευτεί, παρ’ όλες τις ψυχογραφικές βυθοσκοπήσεις του. Η πολυπλοκότητά του, όχι μόνο στις ειδικές «ψυχοπαθολογικές» περιπτώσεις του, αλλά και στην «φυσιολογική» περσόνα του, το αποδεικνύουν και το επιβεβαιώνουν.
 
Το τερατώδες σκότος του ανθρώπινου τοπίου 
Υπό αυτή την έννοια ο τίτλος της ανά χείρας συλλογής τεσσάρων διηγημάτων του Στίβεν Κίνγκ είναι ενδεικτικός, ακριβής και εύστοχος. Ο συμβολισμός των ιστοριών που αφηγούνται και που υποκρύπτεται στον τίτλο του τόμου που τις συστεγάζει, είναι μάλλον αναγνωρίσιμος∙ υπονοεί το ανθρώπινο σκοτάδι, για την ακρίβεια ένα πιθανώς ειδικό τμήμα του γενικότερου κοσμικού σκότους, απ’ το οποίο ενδεχομένως να προέρχεται – το αναφέρουμε με κάθε επιφύλαξη. Δεν ερμηνεύεται και δεν «φωτίζεται» από κανένα γήινο ή υπεργήινο «άστρο». Απλώς, υφίσταται ως ένα ασύλληπτο νοήμων τερατώδες μυστήριο, υπονοώντας ενδεχομένως ένα ασύλληπτο απειροδιάστατο «τέρας» που μπορεί να λογιστεί ως γεννήτοράς του. Ούτως ή άλλως η αρχετυπική μήτρα καταγωγής και των δύο, κοσμικού και ανθρώπινου, δεν έχει προς ώρας εντοπιστεί, παραμένει σκότος εντός σκότους, αίνιγμα εντός αινίγματος. Και μάλλον τέτοια θα παραμείνει, όπως έχει τονίσει και ο Βρετανός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ. Εν πάση περιπτώσει, όλες αυτές οι υποτιθέμενες απόψεις δεν είναι παρά εικασίες μόνο, που μέχρι στιγμής, όπως ήδη προειπώθηκε, ούτε έχουν επαληθευτεί αλλά ούτε και διαψευστεί. Οι όποιες υπαρξιακές ερωτήσεις αναφύονται στο ανθρώπινο τοπίο, έρχονται αντιμέτωπες με το απειροδιάστατο συμπαγές τείχος της σιωπής του σκότους. Αυτή καθ’ εαυτή η εφιαλτική σιωπή, καθώς επίσης και αυτό καθ’ εαυτό το τερατώδες σκότος είναι απολύτως φυσικό να προκαλούν τις ακατανόητες μυθιστορηματικές εκδοχές τους.
 
stephen-kingΟ Στίβεν Κίνγκ τολμά να «περιγράψει», σχεδόν περιδεής, αυτές τις αλλόκοτες εκφάνσεις τους, που με τις ρεαλιστικές εμφανίσεις τους ακυρώνουν τον ανθρώπινο ρασιοναλισμό. Η όποια παράλογη ανθρώπινη συμπεριφορά κάθε άλλο παρά ψυχοπαθολογικό φαινόμενο είναι. Θα τολμούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ακόμη και οι πλέον ακραίες εκφάνσεις της είναι μάλλον συνιστώσες του ανθρώπινου αινίγματος, στη σύνθεση του οποίου ενυπάρχουν και αγγελικά και δαιμονικά στοιχεία, που εμφανίζονται κατά περίσταση. Εκτός και αν δεχτεί κανείς ότι ο άνθρωπος, εκ φύσεως, είναι ανίατα ασθενής. Αλλά είναι; είτε πράττει συνειδητά είτε ασυνείδητα; Ούτως ή άλλως, και στη μία και στην άλλη περίπτωση το ανθρώπινο αίνιγμα-μυστήριο παραμένει απρόσιτο και ανερμήνευτο. Η λογοτεχνία, ακόμη και στις ακραίες περιπτώσεις της, τονίζει και ενίοτε μάλιστα υπερτονίζει αυτό το "παράλογο φαινόμενο", προσπαθώντας ματαίως να ανιχνεύσει την καταγωγή και την αιτία του, καταφεύγοντας σε εξίσου παράλογες διερμηνείες του, οι οποίες, στις καλύτερες περιπτώσεις, επιβεβαιώνουν το ήδη διαπιστωμένο μυστήριό του. Ένα ακραίο κλασικό παράδειγμα: Ο Ιάγος μας συστήνεται ως ανθρώπινο τέρας, επειδή ο Οθέλος δεν τον έκαμε… σημαιοφόρο του. Λοιπόν, ποιος είναι ο Ιάγος; Ένα τέρας μεταμφιεσμένο σε άνθρωπο, ή ένας άνθρωπος που εμπεριέχει εκ φύσεως το τέρας; Άγνωστο. Η λογοτεχνία, όπως και η ζωή εξάλλου, είναι γεμάτες από τέτοια ανεξήγητα παραδείγματα. Η φαντασία επιχείρησε να τα σχηματοποιήσει∙ αρχική μορφοποίησή τους, οι μυθολογίες του κόσμου. Στη συνέχεια τη σκυτάλη πήρε το παραμύθι και τέλος η έντεχνη λογοτεχνία, ρεαλιστική και φαντασίας. Αυτή η δεύτερη εξάλλου έχει καταθέσει και τα πλέον ενδιαφέροντα δείγματα της ανθρώπινης «παρέκκλισης». Στη σύγχρονη εποχή ο Στίβεν Κίνγκ είναι ο κατ’ εξοχήν κύριος εκπρόσωπός της.
 
Οι ιστορίες του, ακόμη και αυτές που δεν υπερβαίνουν τα υποθετικά όρια ενός αμφίβολου ρεαλισμού, την διερευνούν επιμένοντας στον υπερτονισμό της ανεξήγητης ιδιομορφίας της, την οποία περιγράφει με εξαντλητικές λεπτομέρειες. Αποφεύγει εντέχνως την επιστημονική ερμηνεία της, επειδή γνωρίζει ότι έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική. Απλώς αρκείται στην καταγραφή του φαινομένου στο βάθος του οποίου αιωρείται πάντα ένα απροσδιόριστο «Γιατί αυτό είναι έτσι;»
Όμως, ακόμη και στις μάλλον σπάνιες περιπτώσεις όπου, υποτίθεται, ανιχνεύεται μια κάποια απάντηση, αυτομάτως «πίσω απ’ αυτήν» εμφανίζεται μια άλλη ερώτηση, και εν συνεχεία άλλη, και άλλη και άλλη. Μια αλληλουχία ερωτήσεων οι οποίες εν τέλει συνυπογράφουν την ανεξήγητη αιωνιότητα του «ζωντανού σκότους», και τους πιθανούς αδιανόητους κατοίκους του, που δεν χρειάζεται να ταξιδέψει κανείς σε μυθικά γραφικά σύμπαντα για να τους γνωρίσει, τους συναντά εδώ, στη Γη των ανθρώπων∙ συνήθως έρχεται, στην κυριολεξία, πρόσωπο με πρόσωπο μ’ αυτούς όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη. Αυτό ακριβώς το εκτρωματικό είδωλο, όχι ενός μυθικού κόσμου, αλλά του πραγματικού γήινου, εγκαλεί ο Στίβεν Κίνγκ στο προσκήνιο της μυθολογίας του∙ και δεν είναι τόσο η γραφική, λίγο πολύ τρομαχτική επινοημένη συμβολικά καρικατούρα της μορφής του, όσο το πρωτότυπο μοντέλο της. Ο αναγνώστης θα βιώσει την ανατριχιαστική ποικιλία-παραλλαγή του στις τέσσερις νουβέλες που συστεγάζονται στον ανά χείρας τόμο.
 
Η αρχετυπική καταγωγή της κόλασης
Στην πρώτη, που διαδραματίζεται το 1922, σχεδιάζει την προσωπογραφία ενός ειδεχθούς δολοφόνου μέσω του οποίου αποκαλύπτει την ανθρώπινη κόλαση σε όλο το αποκρουστικό «μεγαλείο» της. Ο αγρότης Γουίλφρεντ Λίλαντ Τζέιμς σχεδιάζει και εκτελεί εν ψυχρώ με τη βοήθεια του δεκατετράχρονου γιου του τη γυναίκα του για… κτηματικές διαφορές. Θα ρίξουν το πτώμα της σε ένα ξεροπήγαδο, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της πράξης τους, δηλαδή την υποταγή των ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε στο τέρας που εμφωλεύει μέσα τους. Εκπρόσωποι της «μυθικής» κόλασης και οι δύο, πατέρας και γιος, δεν είναι παρά περσόνες της γήινης, της πραγματικής κόλασης την οποία αυτοί οι ίδιοι καλλιεργούν. Επ’ αυτού ο Στίβεν Κίνγκ είναι κατηγορηματικός: «Υπάρχει κόλαση ή μήπως εμείς φτιάχνουμε τη δική μας εδώ στη γη;» Η απάντηση είναι βεβαίως αυτονόητη. Οι φανταχτερές μυθολογίες κάποιων ρομαντικών θρησκόληπτων που πιστεύουν ότι μπορούν να την εξορκίσουν με κανόνες και…ελεημοσύνες εξασφαλίζοντας ζωή αιώνια σε έναν γραφικό παράδεισο, προκαλούν απλώς την ειρωνική θυμηδία, και ένα, το λιγότερο, σαρκαστικό χαμόγελο.
 
Θα το «γευτεί» η Τες Τζιν, που πρωταγωνιστεί στο δεύτερο διήγημα της συλλογής «Ο μεγάλος οδηγός», επιτυχημένη συγγραφέας ροζ μυθιστορημάτων. Είναι μια χαριτωμένη, ευγενική, πρόσχαρη, χαριτωμένη, έξυπνη γυναίκα που ζει μέσα στο επίσης ροζ κουκούλι μιας εικονικής πραγματικότητας. Όταν όμως βιαστεί κτηνωδώς από έναν θηριώδη εκπρόσωπο της προαναφερθείσας γήινης κόλασης, το εύθραυστο επίστρωμα του υποτιθέμενου ανθρωπισμού με το οποίο έχει μεταμφιεστεί, όπως και κάθε άνθρωπος εξάλλου, εξαφανίζεται. Ο φριχτός βιασμός της είναι η πλέον ενδεικτική επιβεβαίωση. Η ανωτέρων ιδανικών συγγραφέας μεταμορφώνεται εν μια νυκτί σε «υπέρτατο» δικαστή και αποδίδει… δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα αποκαλύπτει τον δολοφόνο που εμπεριέχει, και που απλώς χρειαζόταν το κατάλληλο ερέθισμα για να δηλώσει τον πραγματικό εαυτό της. Η κόλαση μεταχειρίζεται όλες τις «νόμιμες» πρακτικές προκειμένου να υπογράψει τη φιλοσοφία της. Ερμηνεία της δεν υπάρχει, ούτε βεβαίως και η αρχετυπική καταγωγή της έχει μέχρι στιγμής εντοπιστεί. Το ανθρώπινο σύμπαν απ’ το οποίο κάνει την εμφάνισή της παραμένει, και μάλλον θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα, terra incognita. Ο Στίβεν Κίνγκ αρκείται στην επισήμανση της πολυμορφίας του: «Πόσοι κρυφοί εαυτοί, πόσα εγώ μας που κανείς δεν μπορεί να ψυχανεμιστεί, κρύβονται μέσα μας; Ο αριθμός είναι άπειρος».
 
Ο κόσμος όπως είναι, χωρίς προσωπείο
Στο τρίτο διήγημα της συλλογής, ο Στίβεν Κίνγκ, επιλέγει έναν απ’ τους προαναφερόμενους «κρυφούς» εαυτούς, για να αποδείξει, αφ’ ενός την πολυμορφία τους, αφ’ ετέρου την πραγματικότητα της κόλασης και την ανυπαρξία του Θεού. Στο «Παζάρι της επέκτασης» ξαναγράφει την ιστορία του Ιώβ και του Φάουστ, απογυμνώνοντας και τις δύο από το υπαρξιακό μεγαλείο τους. Οι παροντικές περσόνες τους λειτουργούν ως καυστικά σχόλια της νέας αμοραλιστικής εποχής. Ο σύγχρονος Ιώβ είναι θύμα της, ο ανθρωπισμός του δεν θα ανταμειφθεί από κανέναν θεό, που ούτως ή άλλως δεν υπάρχει. Θα δεχτεί την επίθεση της πραγματικότητας και θα καταστραφεί. Αντίθετα ο συμβολικά υπεύθυνος για την μοίρα του αδελφικού του φίλου Φάουστ, θα επιβραβευτεί για την προσχώρησή του στο σκοτεινό στρατόπεδο – και τη συνειδητή δολοφονία του ανθρωπισμού.
Καταδικασμένο είναι και το «ιδανικό» ζευγάρι του τέταρτου διηγήματος, που πιστεύει ότι «Ένας καλός γάμος» είναι η ολοκλήρωση της ανθρώπινης ευτυχίας, αγνοώντας ότι και οι δύο εμπεριέχουν το δηλητήριο της κόλασης. Η ψευδαίσθηση της εικονικής τους πραγματικότητας θα πάψει να υφίσταται όταν ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων, Εκείνος, αποδειχτεί τέρας∙ κι όταν Εκείνη τον αποδεχτεί –τα… ομώνυμα έλκονται, έτσι δεν είναι;- τότε απλώς η Κόλαση καγχάζει…
 
Αυτός είναι ο κόσμος, λέει ο Στίβεν Κίνγκ, και δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από κανένα προσωπείο, όσο περίτεχνα κι αν το έχει κατασκευάσει. Ο συγγραφέας και άνθρωπος Στίβεν Κίνγκ, που έχει κατορθώσει να μην υποκύψει στην «μολυσματική» γοητεία του, τολμά να το αφαιρέσει από τον άνθρωπο και να τον εκθέσει ως είναι χωρίς την μεταμφίεσή του. Οι ιστορίες που τον αποκαλύπτουν, παρ' όλη την συμβολικά παραμορφωτική εικονογράφησή του, είναι τρομαχτικές. Το αυθεντικό μοντέλο όμως απ’ το οποίο τις «αντέγραψε», είναι απείρως πιο τρομαχτικό. Θα έπρεπε να μας απασχολήσει η βελτίωσή του. Αντίθετα, όμως, η μοναδική φροντίδα μας, ως συνειδητοποιημένοι κάτοικοι του «γήινου παραδείσου», είναι η τελειοποίηση του προσωπείου μας.
 
stephenkingΣκοτάδι βαθύ, δίχως άστρα Στήβεν Κινγκ
Μτφρ: Έφη Τσιρώνη,
Επιμέλεια: Ράνια Μπουμπουρή,
Εκδόσεις Bell, Αθήνα 2012,
Τιμή: € 8,50, σελ. 459
 
 
 
 
 

 
 
 
 

Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Lapsus Κλάψους VIII: Πόσα λάμδα να βάλω στο βάλλω;



Διαβάστε το γλωσσικό σημείωμά μου για τη χρήση του ενός ή των δύο λάμδα στο ρήμα βάλλω και στα σύνθετά του, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Magaz!ne, τεύχος Μαΐου 2013, σελ. 16:

http://www.bonusmallmag.gr/014/

ή εδώ: