Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Η Κατ και η απίθανη γιαγιά της

 
Το κείμενό μου αυτό αποτελεί έναν μικρό φόρο τιμής στην πολυβραβευμένη Βρετανίδα συγγραφέα Νίνα Μπόντεν, η οποία έφυγε από κοντά μας τον Αύγουστο του 2012 – από κοντά μας όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, αφού αγαπούσε βαθιά την Ελλάδα και είχε σπίτι στο Ναύπλιο.

Δημοσιεύτηκε στις 29/10/2012 στο ηλεκτρονικό περιοδικό www.diastixo.gr:
http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=418:kat&catid=48:efivika&Itemid=97
 
 
 


Από τότε που θυμάται τον εαυτό της, η δωδεκάχρονη Κατ ζει με τη γιαγιά της. Οι γονείς της είναι ηθοποιοί. Πάλεψαν με τις γονικές τους υποχρεώσεις τον πρώτο καιρό, αλλά οι απαιτήσεις του επαγγέλματος και οι συνεχείς περιοδείες τούς απέτρεψαν απ’ το να μεγαλώσουν τη μικρή τους κόρη. Γι’ αυτό και την εμπιστεύτηκαν στα χέρια της γιαγιάς της. Η γιαγιά αυτή, λοιπόν, πολύ διαφέρει από τις «κανονικές» γιαγιάδες των φίλων και συμμαθητών της Κατ. Είναι μια γυναίκα ψηλόλιγνη και γαμψομύτα, η οποία φοράει δερμάτινα ρούχα και μετακινείται με μία Χάρλεϊ Ντάβιντσον. Οι μετακινήσεις της περιλαμβάνουν από σύντομες επισκέψεις για διαλέξεις σε πανεπιστήμια –είναι διάσημη συνταξιούχος ψυχίατρος– έως και το ταξίδι στην Ελλάδα, στη διάρκεια του οποίου γιαγιά κι εγγονή διέσχισαν όλη την Ευρώπη με τη μηχανή.
 
Η Κατ λατρεύει τη γιαγιά της. Αλλά ντρέπεται λιγάκι γι’ αυτή. Όπως ίσως ντρέπονται τα περισσότερα παιδιά για το διαφορετικό. Το άγχος που της προκαλεί το αλλόκοτο στιλ της γιαγιάς, ωστόσο, εξισορροπείται από τη συναισθηματική κάλυψη που της προσφέρει η ιδιαίτερη αυτή γυναίκα, η οποία γνωρίζει σε βάθος αλλά ποτέ δεν παύει να εξερευνά την ανθρώπινη ψυχή. Η Κατ ακουμπάει στη γιαγιά της το βάρος της κάθε ανησυχίας της και ανασαίνει. Η παρέα των νταήδων που την τρομοκρατεί στο σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με τους αφοσιωμένους φίλους της, όσο και με την οργή της γιαγιάς της, η οποία αποστομώνει τον αρχινταή λέγοντας: «Θα σε πετάξω με τόση δύναμη στο μέσον της άλλης εβδομάδας, που μπορεί να μην καταφέρεις να ξαναγυρίσεις ποτέ πίσω».
 
Αυτή ήταν η απίθανη γιαγιά της Κατ. Και αυτή ήταν περίπου η ζωή τους, ώσπου οι γονείς της Κατ αποφάσισαν να πάρουν πίσω την κόρη τους. Γνωστοί ηθοποιοί της τηλεόρασης πλέον, ευκατάστατοι, νιώθουν την ανάγκη να καλύψουν το κενό αυτών των χρόνων. Ή έτσι νομίζουν, τουλάχιστον. Κι εδώ αρχίζει η πραγματική περιπέτεια της Κατ. Που δε θέλει με τίποτα ν’ αποχωριστεί τη γιαγιά της κι αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της.
 
Η Νίνα Μπόντεν επιλέγει να παρουσιάσει την ιστορία ενός παιδιού που το βαραίνουν ψυχολογικά οι αποφάσεις των μεγάλων για τη ζωή του. Αναλύει έντεχνα τη σημασία της λέξης «οικογένεια» και πραγματεύεται τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για φιλία, αφοσίωση, ηρεμία. Το ύφος της είναι ιδιαίτερο, η γραφή της μεστή. Η ιστορία διαβάζεται ευχάριστα και είναι –σε πολλά σημεία– αστεία. Οι ακροβασίες της με το «πολιτικά ορθό», όταν λόγου χάρη παρουσιάζει μια γιαγιά που καπνίζει σαν φουγάρο, είναι επιτυχημένες (η γιαγιά πείθεται τελικά να κόψει το κάπνισμα με τρόπο απολύτως πιστευτό).

Η παρουσίαση αυτή είναι ένας μικρός φόρος τιμής στην πολυβραβευμένη Βρετανίδα συγγραφέα Νίνα Μπόντεν, η οποία έφυγε από κοντά μας τον Αύγουστο του 2012 – από κοντά μας όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, αφού αγαπούσε βαθιά την Ελλάδα και είχε σπίτι στο Ναύπλιο.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Ο φάλτσος νάνος




Στον κόσμο των τραγουδιστών ζούνε γίγαντες βαρύτονοι
και καλικάντζαροι τενόροι, νεράιδες υψίφωνες
και μάγισσες της μοντέρνας μουσικής.
Κι όλοι τους τραγουδάνε με κέφι και με μπρίο.
Ένας μόνο, ένας νάνος φάλτσος, δεν τολμάει να ανοίξει
το στόμα του, γιατί ντρέπεται πολύ.
Ώσπου ψάχνοντας... ψάχνοντας... βρίσκει επιτέλους
κάποιους που εκτιμούν το τραγούδι του – και τη φωνή του.

Μια γλυκιά και καθόλου «φάλτσα» ιστορία για την αισιοδοξία.
Για την υπομονή και την επιμονή του μικρού τραγουδιστή
να χαρεί με τον τρόπο του, με τη δική του φωνή, τη ζωή.

Το βιβλίο μου Ο φάλτσος νάνος αναμένεται να κυκλοφορήσει
στις 10 Δεκεμβρίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο,
σε εικονογράφηση της Νίκης Λεωνίδου.
 
 
 
 
 
Κριτική:
 
Όμορφο και έξυπνο βιβλίο. Ευκολοδιάβαστο, γρήγορο λόγω του μεγέθους του, που όμως φιλοξενεί στις σελίδες του βαθιά νοήματα. Ό,τι πρέπει για όλα τα πιτσιρίκια και κυρίως αυτά, με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Είναι πράγματι μια "μικρή καληνύχτα", που μπορεί τελικά να είναι και μια "μεγάλη καλημέρα".
Κατερίνα Πρωτοσυγγελίδου-Φλατσούση, π. Πρόεδρος Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αγίας Παρασκευής, Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου, 11-12-12 


Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Παραλία για λύκους



 Οι λύκοι αγαπούν πολύ την τάξη και την καθαριότητα.
Εξοργισμένοι με τα άλλα ζώα του δάσους,
που αφήνουν ένα κάρο σκουπίδια
στην παραλία κάθε μέρα, υψώνουν έναν ψηλό φράχτη γύρω της.
Και τώρα, πού θα κάνουν μπάνιο τα άλλα ζώα;
Έχει κανείς δικαίωμα να φράξει μια παραλία;
Κι από την άλλη, έχει κανείς δικαίωμα να βρομίζει τη φύση;
Ποιος θα δώσει, άραγε, τη λύση;




Οι υπέροχες ζωγραφιές και τα κείμενα που μου έστειλαν τα δευτεράκια του Δημοτικού Σχολείου Καρυώτισσας (Ν. Πέλλας) με αφορμή την "Παραλία για λύκους":


Η "Παραλία για λύκους" περιλαμβάνεται στις βιβλιοπροτάσεις της Ελένης Σαραντίτη για παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού (www.diastixo.gr, 27-12-12). Εδώ, η κριτική της:

Έχει κάτι το ασυνήθιστο και ελκυστικό ο τίτλος του καλού –από πάσης απόψεως– βιβλίου. Παραλία για λύκους! Τι ωραία εικόνα, αν το καλοσκεφθείς – λύκοι να πλέουν και να παίζουν στα γαλανά νερά ευχαριστημένοι, και τα λυκάκια με μπρατσάκια ή σωσίβια παπάκια. Εικόνα, λοιπόν, ειδυλλιακή. Δεν είναι, όμως. Διότι οι λύκοι κατέλαβαν την παραλία και αυθαιρέτως ύψωσαν τριγύρω της φράχτη σαν οχυρό με σκοπό να εμποδίσουν την πρόσβαση στα άλλα ζώα τους δάσους. Πράξη σκληρή; Βεβαίως. Αλλά οι λύκοι, μέσω του αρχηγού τους, του Ζαν-Λικ, απευθύνθηκαν στα ζώα που διαμαρτύρονταν: «Αγαπητοί συμπολίτες, από σήμερα η παραλία περνάει στα χέρια των λύκων…»

Τους έφταιγαν οι τσιρίδες των μωρών, η φασαρία, τα σκουπίδια που ανέμελα και αδιάφορα άφηναν πίσω τους τα άλλα γένη. Τώρα στην περίκλειστη παραλία τους θα έβρισκαν την τάξη και τη γαλήνη. Είναι, βέβαια, τακτικοί οι λύκοι, αλλά ας το συζητούσαν πρώτα. Φίλοι χώρισαν, παιχνίδια σταμάτησαν, γείτονες έμειναν πίσω, συναγερμός στο δάσος. Περιπέτειες. Ωραίες. Παιδικές και χαρούμενες. Κι ένα μεγάλο δίδαγμα που βγαίνει χωρίς «διδαχή». Σεβασμός στη φύση που είναι η αληθινή πατρίδα του καθενός μας – έστω και λαβωμένη.

Πρέπει να αναφερθώ ιδιαιτέρως στην εικονογράφηση της Νίκης Λεωνίδου: είναι τόσο διαυγής και καθαρή και τόσο ταιριαστή στην ιστορία της Ράνιας Μπουμπουρή. Κείμενο και εικόνες αλληλοσυμπληρώνονται. Μια ευτυχής συνεργασία.

http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=638:vivlia-gia-paidia&catid=47:pedika&Itemid=96


Κι εδώ, ένα δημοσίευμα από τον Ευρυτανικό Παλμό, 5-12-12:

Την αγάπη της για να παιδιά και τη δουλειά της, συνεχίζει να δείχνει η ευρυτανικής καταγωγής συγγραφέας Ράνια Μπουμπουρή. Η κ. Μπουμπουρή ετοίμασε ένα νέο παραμύθι, για μικρά ή και μεγάλα παιδιά, με τίτλο «Παραλία για λύκους».
Το νέο βιβλίο της παιδικής συγγραφέως κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βιβλιόφωνο», ενώ θα μπορούσε άνετα να προταθεί κι ως ένα πολύτιμο χριστουγεννιάτικο δώρο, για τους μικρούς μας ήρωες.

http://evrytanikospalmos.blogspot.gr/2012/12/blog-post_1121.html#more

  

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Lapsus Κλάψους Ι: Παρεισφρύω ή παρεισφρέω;


Διαβάστε το γλωσσικό σημείωμά μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό BonusMallMag, σελίδες 14-15:

http://www.bonusmallmag.gr/007/

ή εδώ:
Παρεισφρύω – παρεισφρέω
Ο κύριος, εβδομηντάρης πατημένα, άστραφτε και βρόνταγε μες στο τρόλεϊ. Είχε βρει τους γύρω του μπόσικους και ρητόρευε επί παντός επιστητού. Εγώ σε απόσταση [ανυπ]ακοής, αγκαλιά με το ακυρωτικό.
«Οι αστυνομικοί», άλλαξε πάλι θέμα, «τι κάνουν οι αστυνομικοί όταν οι κουκουλοφόροι παρεισφρύουν στις πορείες;»
Ερώτηση ρητορική, παύση θεατρική.
«-ρέουν». Σαν σε συνεννόηση με τον οδηγό, που πρώτη φορά στη βάρδια του πάτησε μαλακά τα φρένα, η απάντησή μου ακούστηκε μέχρι τη γαλαρία.
«Ορίστε;» Το βλέμμα του οργώνει τα πρόσωπά μας για να εντοπίσει τον αναιδή καταστροφέα του μονολόγου του.
«-ρέουν, -ρε».
«Σ’ εμένα είπες ρε, βρε;»
«Όχι, ούτε ρε ούτε βρε: -φρε. Παρεισ-φρέ-ουν είναι το σωστό».
Σκεπτική σιωπή.
«Παρεισφρέω, παρεισέφρεα, παρεισέφρησα, θα παρεισφρήσω, έχω παρεισφρήσει», τον βοήθησα να επεξεργαστεί τα νέα δεδομένα.
«Είσαι σίγουρη, κοπελιά; ‘Παρεισφρύουν’ το ακούω συνεχώς από τους έγκριτους δημοσιογράφους στην τηλεόραση».
«Ίσως να το μπερδεύουν με το ‘παρεισδύουν’. Μακάρι να ήταν αυτό το πρώτο και το τελευταίο λάθος τους, κύριε».
«Μάλιστα. Και δε μου λες, για να 'χουμε καλό ρώτημα, τι κάνουν οι αστυνομικοί όταν οι κουκουλοφόροι παρεισφρέουν στις πορείες;»
«Δεν ξέρω. Μην πιστεύετε όμως όλα όσα λένε οι ‘έγκριτοι’ δημοσιογράφοι. Για πιο σφαιρική άποψη, πείτε στα εγγόνια σας να σας δείξουν κανένα γιουτουμπάκι».
«Γιουτουμπάκι; Τι 'ναι αυτό;»
Εγώ όμως είχα ήδη παρασυρθεί στην έξοδο μαζί με το πλήθος.
Πάλι καλά που ρώτησε για το γιουτουμπάκι, σκέφτομαι. Στην Ελλάδα των Μνημονίων, μπορεί σε λίγα χρόνια να ρωτάμε: «Εγγόνια; Τι 'ναι αυτό;»
© Ράνια Μπουμπουρή
ΥΓ. Lapsus είναι στα λατινικά το λάθος, το ολίσθημα: Lapsus linguae, γλωσσικό ολίσθημα.