Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Αλέξης Πανσέληνος: συνέντευξη στη Ράνια Μπουμπουρή

«Ο άνθρωπος που δεν μπορεί να σκεφτεί είναι κατασκευασμένος για σκλάβος»


  • "Ο έρωτας κινεί τη ζωή μας. Κινεί και την τέχνη. Και είναι το μεγαλύτερο δώρο στον άνθρωπο να μπορεί να τον αισθάνεται."
  • "Η ευμάρεια, η ευτυχία, η ειρήνη και η δικαιοσύνη κερδίζονται με αγώνα. Συχνά, με αίμα. Ούτε χαρίζονται ούτε κατοχυρώνονται ποτέ νομοθετικά."
  • "Παράγουμε στρατιές άγλωσσων νέων και ο άγλωσσος άνθρωπος στερείται το όργανο της σκέψης. Η σκέψη έχει ανάγκη τη γλώσσα. Ο άνθρωπος χωρίς σκέψη δεν μπορεί να σκεφτεί και ο άνθρωπος που δεν μπορεί να σκεφτεί είναι κατασκευασμένος για σκλάβος."

Με αφορμή την επίσκεψη του Αλέξη Πανσέληνου στη Μυτιλήνη για την παρουσίαση του νέου του μυθιστορήματος, Η κρυφή πόρτα (Εκδόσεις Μεταίχμιο), που θα γίνει την Πέμπτη 31 Μαρτίου στις 8 το βράδυ, στο βιβλιοπωλείο «Book and Art» (Κομνηνάκη 5), η δημοσιογράφος-συγγραφέας Ράνια Μπουμπουρή συζήτησε με τον συγγραφέα για το νέο του αυτό βιβλίο, για το βιβλίο γενικά, αλλά και για τη ζωή στην Ελλάδα του σήμερα.

Συνέντευξη του Αλέξη Πανσέληνου στη Ράνια Μπουμπουρή για το www.lesvosnews.net
Κύριε Πανσέληνε, μία απορία που μου είχε γεννηθεί από το πρώτο βιβλίο σας που είχα διαβάσει, προ είκοσι ετών περίπου: Το επώνυμό σας θα μπορούσε να είναι συγγραφικό ψευδώνυμο. Γνωρίζετε πώς προέκυψε;
Ομολογώ, όχι. Ούτε ο πατέρας μου ήξερε από πού προήλθε. Και ο δικός του παππούς Πανσέληνος ονομαζόταν. Μου άρεσε παλιότερα να φαντάζομαι κάποια μυστηριώδη συγγένεια με τον μεγάλο αγιογράφο Μανουήλ Πανσέληνο, η ιδέα πως το επώνυμό μας έρχεται από την εποχή του Βυζαντίου. Άλλωστε η γιαγιά μου, η μητέρα του Ασημάκη, είχε οικογενειακό της επώνυμο Βελισσαρίου – που και αυτό προέρχεται από το Βυζάντιο. Ρεαλιστικότερο πάντως –ίσαμε να αποδειχθεί το αντίθετο– και γνωρίζοντας το χούι των Μυτηλινιών για τα παρατσούκλια, είναι να αποδεχτώ την πιθανότητα κάποιος πρόγονός μας να το απέκτησε χάρη – σε τι άραγε; Τη φαλάκρα του; Την υπερμεγέθη κοιλιά του; Άγνωστο.

Στην Κρυφή πόρτα, ο πρωταγωνιστής, Ευγένιος Σερδάρης, ζώντας τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην ίδια γειτονιά, έχει ζήσει τη μετάλλαξη πολλών γειτονιών σε κέντρα διερχομένων. Θα μπορούσε, άραγε, να επανέλθει κάποτε η έννοια και η αξία της γειτονιάς στα μεγάλα αστικά κέντρα;
Ασφαλώς θα μπορούσε. Και παρά την ερήμωση των κεντρικών λεωφόρων της Αθήνας, οι γειτονιές του κέντρου εξακολουθουν να κατοικούνται. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μόνο από την Ακαδημίας, το Κολωνάκι, τα Εξάρχεια, η Νεάπολη (δική μου γειτονιά και του Ευγένιου Σερδάρη) κατοικούνται και θα κατοικούνται. Αυτό που σου χαρίζει το κέντρο της πόλης –πέρα από τις ατυχείς μέρες και ώρες των επεισοδίων και των διαδηλώσεων, που άλλωστε έχουν αισθητά αραιώσει– είναι κάτι πολύτιμο ως αίσθηση και ανεπανάληπτο ως εμπειρία. Όσο για μένα, το κέντρο –το κέντρο του κέντρου μπορώ να πω– είναι η γενέθλια γειτονιά μου και για πάντα η γειτονιά μου. Και η Αθήνα είναι και σήμερα μια πολύ όμορφη πόλη. Παρά τις ουλές της.

Η κρυφή πόρτα του διαμερίσματος του Ευγένιου μετατρέπεται, σταδιακά, από όριο του κόσμου του σε πέρασμά του σ’ έναν κόσμο ονειρεμένο. Χρειαζόμαστε τέτοιες κρυφές πόρτες στη ζωή μας;
Ασφαλώς τις χρειαζόμαστε. Και ο Ευγένιος κάποια στιγμή αρχίζει να πιστεύει πως βρήκε μια τέτοια πόρτα που θα τον οδηγήσει στην πραγματοποίηση του ονείρου. Ωστόσο, για έναν άνθρωπο όπως αυτός, μια κρυφή πόρτα είναι άγνωστο τι κρύβει πίσω της. Και το όνειρο μπορεί να αποδειχτεί ο χειρότερος εφιάλτης.

«Τώρα που ήτανε πάλι εδώ, που ήτανε δίπλα του, μπορούσε να υποκριθεί πως την ξεχνά για λίγο», γράφετε για τον ερωτοχτυπημένο πρωταγωνιστή σας. Υπάρχει, άραγε, ισχυρότερη κινητήριος δύναμη από τον έρωτα;
Ο έρωτας κινεί τη ζωή μας. Κινεί και την τέχνη. Και είναι το μεγαλύτερο δώρο στον άνθρωπο να μπορεί να τον αισθάνεται.

Ο Ευγένιος, που βιοπορίζεται ως μεταφραστής, δηλώνει ότι η μετάφραση γίνεται ακόμα πιο κουραστική όταν το κείμενο δεν σου προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Αλλά όταν σου προσφέρει αναγνωστική απόλαυση, συνήθως απαιτεί πιο σκληρή δουλειά στη μετάφραση. Εσείς, λοιπόν, ποια τρία βιβλία θα μας προτείνατε να διαβάσουμε, που σας κούρασαν ως μεταφραστή αλλά πιστεύετε ότι θα μας χαρίσουν αναγνωστική απόλαυση;
Έχω μεταφράσει τρία βιβλία συνολικά, από τα οποία δεν κυκλοφορεί σήμερα κανένα. Ωστόσο και οι τρεις ήταν μεταφράσεις «του έρωτα» – όπως θα λέγαμε για ένα παιδί. Τις έκανα παρακινημένος από την αγάπη μου για τα βιβλία αυτά, χωρίς να μου τις έχει παραγγείλει κανένας εκδότης. Συνήθως διαβάζω τα ξένα βιβλία στο πρωτότυπό τους – αν γνωρίζω τη γλώσσα. Αποφεύγω τις μεταφράσεις. Σϊγουρα υπάρχουν αξιόλογες, ξέρω όμως πως οι περισσότερες γίνονται κάτω από πίεση χρόνου και σπάνια προέρχονται από την αγάπη του μετφραστή για το βιβλίο. Οπότε πρέπει να μιλήσουμε για μια λύση ανάγκης – στην περίπτωση που ο αναγνώστης δεν έχει τη δυνατότητα να διαβάσει το πρωτότυπο και πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσει το βιβλίο. Δεν είμαι σε θέση να συστήσω κάποιο συγκεκριμένο συνεπώς.

Η καταγωγή σας είναι από τη Λέσβο. Την επισκέπτεστε συχνά; Ποια εικόνα του νησιού σάς έχει εντυπωθεί από τα παιδικά σας χρόνια;
Γεννημένος στην Αθήνα, στη Λέσβο ήρθα πρώτη φορά 10 χρονών, δυο συνεχή καλοκαίρια, φιλοξενούμενος σε συγγενικό σπίτι του πατέρα μου, όταν οι γονείς μου ταξίδευαν στο εξωτερικό. Ασφαλώς ήταν αυτά τα δύο καλοκαίρια από τα πιο όμορφα που έζησα ποτέ. Και μου άφησαν ανεξάληπτες αναμνήσεις από την πόλη της Μυτιλήνης και τις κοντινές εξοχές της. Οι εικόνες του λιμανιού, της προκυμαίας, που ήταν δυο βήματα από το σπίτι που έμενα, ξανάρχονται συχνά στα όνειρά μου ακόμα και σήμερα. Θυμάμαι το λιμάνι γεμάτο από καΐκια, ψαράδικα αλλά και ιστιοφόρα εμπορικά, βάρκες, δίχτυα, τη μυρωδιά της αλμύρας. Θυμάμαι τον δρόμο της κεντρικής αγοράς, τη θάλασσα στα Τσαμάκια, το κάστρο των Γατελούζων, το άγαλμα της Ελευθερίας και τον καλοκαιρινό κινηματογράφο, που αν σωστά θυμάμαι, λεγόταν «Μαϊάμι». Θυμάμαι το καφενείο «Βαλάκη» όπου σύχναζε ο θείος του πατέρα μου, ο Γιώργος Βελισσάριος, θυμάμαι τη μυρωδιά της λαδαποθήκης που στεγαζόταν στο ισόγειο του σπιτιού του, στην οδρό Σκρα, την παλάντζα όπου πάνω ανέβαινα και ο θείος Γιώργος με ζύγιζε κι εμένα στα ψέματα. Θυμάμαι τη μικρή Αγλαΐτσα που έμενε απέναντί μας και ήταν η φίλη των παιχνιδιών μου (και ίσως και το αντικείμενο ενός εντελώς αθώου, παιδικού έρωτα). Τους φίλους που συναντούσε ο πατέρας μου όταν ερχόταν κι αυτός στο νησί, όπως ο δικηγόρος, ο Γιώργος Κορτέσης, ή ο λόγιος Θύελπις Λευκίας. Αργότερα ήρθα ξανά καλοκαίρι, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, για να επισκεφτώ και να μείνω στην Πέτρα, φιλοξενούμενος στο σπίτι του ζωγράφου Τάκη Ελευθεριάδη. Και κάπου τριάντα χρόνια αργότερα, με την πρώτη μου γυναίκα και τον μικρό τότε γιο μας, τον Κωστή, ήρθαμε τρία αλλεπάλληλα καλοκαίρια στη Μυτιλήνη και μείναμε στη Θερμή, κάνοντας αποκεί εκδρομές σε όλο το νησί με το αυτοκίνητο.

Και ποια είναι η σημερινή εικόνα που έχετε για το νησί, σε σχέση με τα ατελείωτα προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα που το κατακλύζουν;
Έρχομαι στη Μυτιλήνη έπειτα από πολλά χρόνια. Δεν ξέρω πώς θα μου φανεί, δεν ξέρω αν και πόσο έχει αλλάξει από την τελευταία μου επίσκεψη. Από τις εικόνες που έχω δει, η πόλη δεν φαίνεται να έχει αλλάξει δραματικά. Ασφαλώς θα υπάρχουν νέα πράγματα, που δεν τα γνωρίζω, και μ’ ενδιαφέρει πολύ να τα δω – όπως θέλω πάρα πολύ να γνωρίσω το νησί στη γυναίκα μου, τη συγγραφέα Λουκία Δέρβη, που δεν έχει έρθει ποτέ εδώ. Ξέρω πως η Λέσβος έχει επωμιστεί ένα μεγάλο μέρος από το βαρύ φορτίο που σηκώνει η Ελλάδα σήμερα, με τις διαρκείς αφίξεις μεταναστών και προσφύγων από τη Μέση Ανατολή. Έχει πείρα από την προσφυγιά. Στο βιβλίο του πατέρα μου Τότε που ζούσαμε διαβάζουμε σήμερα ανάλογες περιγραφές από την απελπιστική κατάσταση των ανθρώπων που, αναγκασμένοι να αφήσουν τον τόπο τους και να ξενιτευτούν με το στανιό, ξεβράστηκαν στο λιμάνι το 1922, όπως και το δράμα της ανταλλαγής πληθυσμών, με τους γηγενείς Τούρκους της Λέσβου και των άλλων περιοχών της Ελλάδας. Η Λέσβος έχει δείξει εκπληκτική μεγαλοψυχία στην υποδοχή αυτών των ανθρώπων, αν πάρουμε υπόψη μας ότι ο κρατικός μηχανισμός βρέθηκε ανέτοιμος να τους αντιμετωπίσει. Όλοι διαβάσαμε και είδαμε την καλοσύνη και την ευγένεια των απλών ανθρώπων που είδαν έξω από τις πόρτες και στους δρόμους τους τα πλήθη των δυστυχισμένων.

Μια που αναφερθήκατε στο βιβλίο Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου, να πούμε ότι πριν από δύο χρόνια επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Πρόκειται για ένα χρονικό γραμμένο στη διάρκεια της Δικτατορίας, το οποίο όταν πρωτοκυκλοφόρησε αγαπήθηκε πολύ και θεωρείται πλέον κλασικό. Ποια υποδοχή τού επιφύλαξε το σημερινό αναγνωστικό κοινό;
Το Τότε που ζούσαμε είναι εδώ και χρόνια ένα αληθινά κλασικό βιβλίο. Διαβάζεται και αγοράζεται συνεχώς από τότε που κυκλοφόρησε. Η νέα του έκδοση έδωσε την ευκαιρία σε πολύ νεότερες γενιές να το γνωρίσουν και εξακολουθεί έτσι την πορεία του. Είμαι πολύ ευτυχής γι’ αυτό και, αν ζούσε ο πατέρας μου, σίγουρα θα ήταν περήφανος και θα γνώριζε και ο ίδιος τη δικαίωση που του άξιζε.

Πρόσφατα η Μυτιλήνη διεκδίκησε τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2021 χωρίς επιτυχία. Τι, κατά την άποψή σας, δεν πήγε καλά;
Αυτές οι διοργανώσεις, απ’ όσο ξέρω, δεν εξαρτώνται τόσο από τις ομορφιές της φύσης, τη γραφικότητα του τόπου, την ευγένεια και τη χάρη των ανθρώπων του και την αρχαία παράδοση του πολιτισμού που κουβαλάνε. Οι διακρίσεις, οι βραβεύσεις, όπως και οι αναθέσεις τέτοιων διοργανώσεων καθορίζονται από πολιτικά συμφέροντα και υποστηρίζονται από σημαντικά κονδύλια, τα οποία λιπαίνουν τον τροχό της τύχης. Η αποτυχία της Μυτιλήνης δεν πιστεύω ότι οφείλεται σε κάποιες ελλείψεις (αν και το θέμα των υποδομών είναι πολύ σοβαρός παράγων για μια τέτοια επιλογή) αλλά στο ότι κάποια άλλη πόλη τελικά θα καλύψει τις «κρυφές προδιαγραφές» που απαιτούνται για μια πολιτιστική πρωτεύουσα.

Πόλεμος, τρομοκρατία, προσφυγιά… Ποιος είναι ή θα πρέπει να είναι ο ρόλος ενός συγγραφέα σε όλα αυτά που ζούμε και παρακολουθούμε;
Αυτός που ήταν πάντα. Ο συγγραφέας εμπνέεται από την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Ήδη η κρίση που ζούμε στην Ελλάδα τα πέντε τελευταία χρόνια έχει εισχωρήσει στην τέχνη, είτε μιλάμε για την πεζογραφία είτε για την ποίηση είτε για το θέατρο είτε για τη ζωγραφική. Παντού. Και υπάρχει μια γενικότερη τάση συνειδητοποίησης γύρω από την πολιτική στην τέχνη, όχι με την έννοια της προσχώρησης σε κάποια ιδεολογία, αλλά περισσότερο με την έννοια της αντιμετώπισης της πολιτικής γι’ αυτό που είναι – δηλαδή, ως μέρους του προβλήματος και όχι τρόπου να το λύσουμε. Στην Ελλάδα συνειδητοποιούμε, σιγά σιγά αλλά σίγουρα, ότι αυτό που παλιότερα λέγαμε πολιτική λύση ή ιδεολογική αποτίμηση της πραγματικότητας έχει εξαφανιστεί από τον ορίζοντα και ότι, αν δεν αλλάξει κάτι ριζικά, οριστικά, αν δεν μεσολαβήσουν γεγονότα καταλυτικά, πεδίο για ελπίδα δεν υπάρχει. Μια σειρά από γενιές ανθρώπων έχουν μεγαλώσει με την ιδέα πως η ευμάρεια, η ευτυχία, η ειρήνη και η δικαιοσύνη είναι νομοθετημένα δικαιώματα και δεν χρειάζεται παρά να τα επικαλεστούμε για να τα αποσπάσουμε. Η αλήθεια είναι πως δεν γίνεται έτσι. Η ευμάρεια, η ευτυχία, η ειρήνη και η δικαιοσύνη κερδίζονται με αγώνα. Συχνά, με αίμα. Ούτε χαρίζονται ούτε κατοχυρώνονται ποτέ νομοθετικά.

Το βιβλίο μπορεί να είναι παρηγοριά σε έναν νέο που βιώνει την ανεργία; Και, για να το γενικεύσουμε, τι μπορεί να προσφέρει σήμερα η τέχνη σε όσους αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης;
Η τέχνη είναι το οξυγόνο που χρειαζόμαστε. Είναι καταφύγιο και ελπίδα. Δείχνει στον άνθρωπο το καλό και το κακό του πρόσωπο, τον βοηθά να συνειδητοποιείται και να εκτιμά ό,τι είναι πιο πολύτιμο και πιο ακριβό στη ζωή. Σε εποχές κρίσης (και είναι σπάνιες οι εποχές που δεν διέρχονται μέσα σε κάποιου είδους κρίση) η τέχνη κρατά το κεφάλι μας έξω από το νερό, στέλνει το βλέμμα μας εκεί που πρέπει να κοιτάξει. Την αλήθεια και την ομορφιά της ζωής. Ακόμα και όταν περιγράφει μια σκοτεινή πραγματικότητα, ακόμα κι όταν μιλά για πράξεις φοβερές και ακραίες καταστάσεις –πράγματα μέσα στη ζωή κι αυτά– καταφέρνει, με μέσο της την αισθητική απόλαυση, να μας προσφέρει την ανάταση που χρειαζόμαστε. Γι’ αυτό ακριβώς η αισθητική τελειότητα είναι τόσο κεφαλαιώδες στοιχείο της τέχνης, το κύριο και βασικό εργαλείο της. Οι έννοιες είναι άλλων τομέων το μέσο. Η τέχνη είναι αισθητική. Διδάσκει τέρποντας.

Του άρεσε να διαβάζει «περί φιλοσοφίας, που είναι μόδα τώρα που η φιλοσοφία έχει καταρρεύσει μαζί με τις υπόλοιπες ανθρωπιστικές επιστήμες», γράφετε. Αλλά τι λέτε, κυριαρχεί ο ανθρωπιστικός ή ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας στην εκπαίδευση; Με άλλα λόγια, έχουμε ανάγκη από επιστήμονες ή από ανθρώπους;
Σήμερα στην εκπαίδευση επικρατεί ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας, ενώ θα έπρεπε να επικρατεί ο ανθρωπιστικός. Οι επιστήμες έχουν κατακερματιστεί σε «ειδικότητες». και η ειδικότητα (δηλαδή το μέρος του όλου) αφαιρεί από τον ορίζοντα των επιστημόνων τη γενική εικόνα, που δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι άλλη από το ανθρωπιστικό και ανθρωποκεντρικό της στοιχείο. Θα έλεγα, λοιπόν, πως έχουμε ανάγκη από επιστήμονες που παραμείναν άνθρωποι και δεν μετατράπηκαν σε μικρά γρανάζια μιας μηχανής.

Χαρακτηρίζετε την ανάγνωση «ιδανική απόλαυση»: «να χάνεις τον εαυτό σου και να πολλαπλασιάζεις τον χρόνο και τις εμπειρίες της ζωής με εκείνα του βιβλίου». Η εκπαίδευση σήμερα δημιουργεί νέους αναγνώστες;
Κάθε άλλο! Η εκπαίδευση που αποδυναμώνει τη γλώσσα ουσιαστικά λοβοτομεί γενιές ολόκληρες. Παράγουμε στρατιές άγλωσσων νέων και ο άγλωσσος άνθρωπος στερείται το όργανο της σκέψης. Η σκέψη έχει ανάγκη τη γλώσσα. Ο άνθρωπος χωρίς σκέψη δεν μπορεί να σκεφτεί και ο άνθρωπος που δεν μπορεί να σκεφτεί είναι κατασκευασμένος για σκλάβος. Τίποτα δεν θα προχωρήσει στην Ελλάδα αν δεν επανέλθει η γλώσσα ως βασικό αντικείμενο της παιδείας μας.

Σας ευχαριστούμε θερμά κι ευχόμαστε η Κρυφή πόρτα σας ν’ ανοίξει πολλές κρυφές πόρτες στον νου των αναγνωστών!

----------------
Ο Αλέξης Πανσέληνος, από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943 και έλκει την καταγωγή του από τη Μυτιλήνη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή Αθηνών και δικηγόρησε ως το 1997. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1982 με τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες με σκύλους κι έκτοτε έχει εκδώσει πέντε μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα βραβευμένα Η μεγάλη πομπή (Β’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1986, έχει μεταφραστεί στο εξωτερικό και κυκλοφορεί σε επανέκδοση από το Μεταίχμιο) και Σκοτεινές επιγραφές (Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω 2012). Το μυθιστόρημά του Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια ήταν η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας το 1997 κι έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα ιταλικά (επίσης κυκλοφορεί σε επανέκδοση από το Μεταίχμιο). Επιπλέον, έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων και δύο βιβλία με δοκίμια, κι έχει μεταφράσει λογοτεχνία από αγγλικά και γερμανικά.

Βρείτε την Κρυφή πόρτα εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου