Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Πλατεία Αμερικής


Στριμωξίδι στο τρόλεϊ, πίτα. Ευτυχώς είχε βρει θέση. Κι αυτή η μυρουδιά, ανυπόφορη.
     «Ανοίξτε κανένα παράθυρο, θα σκάσουμε».
     Κρατάει την τσάντα σφιχτά στην ποδιά της. Ώρες είναι να ’χει πάλι τρεχάματα για καινούργια ταυτότητα. Α-πα-πα. Το χέρι της ελέγχει το φερμουάρ, με τον αγκώνα της δίνει μια σπρωξιά.
     «Συγγνώμη», λέει και σηκώνει τα μάτια στην κοπέλα δίπλα της.
     Εκείνη δε γυρίζει καν να την κοιτάξει. Μαυρούλα. Γύρω στα δεκαπέντε, δεκάξι βαριά. Όλη η κοιλιά κι η μέση έξω. Το παντελόνι σαν δεύτερο δέρμα. Το μπλουζάκι λίγο κάτω απ’ το σουτιέν. Ποιο σουτιέν! Ε ρε και να σ’ είχα κόρη… Νιώθει το ρεύμα να τη χτυπάει στην πλάτη. Ώρες είναι να ’χει πάλι τρεχάματα στους γιατρούς. Α-πα-πα.
      «Κλείστε λίγο το παράθυρο, θα πουντιάσουμε».
      Πλησιάζει η στάση της. Πλατεία Αμερικής. Η μαυρούλα τής γυρίζει την πλάτη. Μαζί θα κατέβουν. Τη βλέπει να πηδάει σαν γαζέλα στην άσφαλτο. Εκείνη κρατιέται γερά απ’ τη λαβή, κατεβαίνει προσεχτικά. Πάει αργά προς το φανάρι. Κόκκινο για τους πεζούς. Πάλι η γαζέλα δίπλα της. Το φανάρι αλλάζει. Μπροστά τους σταματάει μια μηχανή, ένας νεαρός αξύριστος.
      «Πίπα πέντε ευρώ», του λέει η κοπέλα. Εκείνος γυρίζει το κεφάλι αλλού.
      Η γαζέλα τής φάνηκε τώρα ελαφάκι. Αχ, και να σ’ είχα κόρη… Σιμώνοντας στην πολυκατοικία, βλέπει τα δύο Π να την περιμένουν. Πάντα εκεί, οι χωροφύλακες της γαλήνιας γειτοσύνης. Μέχρι να τα καρφώσει ο Δήμος στο δρόμο, συνέχεια φασαρίες είχαν στη γειτονιά για τα σκουπίδια. Όλοι ήθελαν τον κάδο κοντά, αλλά όχι πολύ. Έξω απ’ την πόρτα της πολυκατοικίας τους, κάτω απ’ το παραθύρι τους; Επ’ ουδενί. Τον άφηναν στην ησυχία του τη μέρα, τον άμπωχναν λίγο παρακάτω τη νύχτα. Κι εκείνη τον έβρισκε συχνά-πυκνά κάτω απ’ το μπαλκονάκι της.
     «Άι στον αγύριστο, βρομιάρηδες!»
      Παραφύλαγε από το παράθυρο της σάλας για να στήσει καβγά. Τώρα όμως πάν’ αυτά. Ο κάδος είναι πάντα στη θέση του, ανάμεσα στα κίτρινα Π. Κι εκείνη από συνήθεια ρίχνει μια ματιά για να σιγουρευτεί. Ώσπου, άρχισαν να έρχονται αυτοί.   
     Ένας άντρας και δύο αγόρια. Ο άντρας άνοιγε το καπάκι του κάδου. Τα αγόρια πατούσαν στα Π. Πρώτα το ένα ποδαράκι, άρπαγμα από τον κάδο, μετά το άλλο. Ανασήκωναν σακούλες, τις άνοιγαν. Έψαχναν για το θησαυρό. Δίπλα τους ένα μεγάλο καρότσι του σουπερμάρκετ, από κείνα με τις ρόδες. Έριχναν μέσα ό,τι έβρισκαν.
     Μια μέρα, έπιασε το ένα αγόρι λίγο το παντελόνι του, κοίταξε αριστερά-δεξιά, πήδησε πλάι στον κάδο με τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα. Κατούρησε.
     «Άι στον αγύριστο, βρομιάρηδες!»
     Πόσον καιρό είχε ν’ ακουστεί η φωνή της! Άνοιξαν μερικά παράθυρα, κοιτούσε ο κόσμος. Ντράπηκε ο πατέρας, ντράπηκαν τα παιδιά, έφυγαν γι’ άλλη γειτονιά. Πέρασαν δυο μέρες, πέρασαν τρεις. Δεν ξανακούστηκε το σύρσιμο του καροτσιού. Παραφύλαγε αυτή. Είχε ετοιμάσει και μια σακούλα καθαρή, τρία ζευγάρια παλιά σεντόνια κολλαριστά με ασορτί μαξιλαροθήκες. Είχε φτιάξει κι ένα κέικ. Πέρασε μια βδομάδα. Δεν ξαναφάνηκαν. Κι αυτή στο παραθύρι.
     Αχ, αγόρι με τα λιγνά σου ποδαράκια στις φθαρμένες σαγιονάρες, μικρό αγόρι, το γάλα που δε σου ’δωσα μου γδέρνει το λαιμό. Συγχώρα με, αγοράκι, και πού να σε βρω…

© Ράνια Μπουμπουρή

Το σύντομο διήγημά μου φιλοξενείται στον ιστότοπο της Κορυφογραμμής:
http://www.korifogrami.gr/prosopika-keimena/%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AE-%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου