Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

"Η αναπαλαίωση" του Φαίδωνα Ταμβακάκη

«Η αναπαλαίωση» του Φαίδωνα Ταμβακάκη, από τις Εκδόσεις της Εστίας (Πρώτη έκδοση: Απρίλιος 2015)

«Όμοια γαρ ως επί το πολύ τα μέλλοντα τοις γεγονόσι…» είναι η φράση του Αριστοτέλη που έχει επιλέξει ως μότο ο Φαίδων Ταμβακάκης για το έργο του, δηλαδή: «Επειδή κατά κανόνα και όσα μέλλουν να γίνουν μοιάζουν με κείνα που έχουν γίνει στο παρελθόν…» (Τέχνη ρητορική, μτφρ. Η.Φ. Ηλιού). Ο λόγος για το έργο Η αναπαλαίωση, που απέσπασε το Βραβείο Νουβέλας του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το 2015.
Σύμφωνα με την υπόθεση, μια αβαρία καθηλώνει το ιστιοπλοϊκό σκάφος Τάι Μο Σαν σε ένα καρνάγιο της Σύρου. Ο καπετάνιος, και πρωταγωνιστής του βιβλίου, επιθυμεί να επαναλάβει το θρυλικό παρθενικό ταξίδι του σκάφους από το Χoνγκ Κονγκ στο Ντάρτμουθ, στα χρόνια του Μεσοπολέμου, χωρίς μηχανή. Η αβαρία όμως αποδεικνύεται σοβαρή, κι έτσι ο ήρωάς μας βρίσκεται αντιμέτωπος με ορισμένα ασφυκτικά διλήμματα οικονομικής και αισθηματικής φύσεως, καθώς στο νησί θα ξαναβρεί έναν παλιό έρωτά του που είχε λήξει άδοξα – ή μήπως όχι;
Από τις πρώτες κιόλας αράδες του βιβλίου έρχεται η ναυτική ορολογία να κατακλύσει τη σκέψη μας, κάνοντάς μας κάπως να κουμπωθούμε: «…Γοργοπορούσαμε μ’ ένα γλυκό μελτέμι, είκοσι-είκοσι πέντε κόμβους στην πάντα, προς τον Φοίνικα της Σύρου. Από μακρυά θα μας ζήλευαν, το κομψό κλασσικό σκαρί να σκίζει τα κύματα με πλήρη ιστιοφορία, μαζί και η μετζάνα. Όμως ο καπετάνιος ζει την αγωνία του και κάνει μαύρες σκέψεις. Τα νερά τα αντιληφθήκαμε από το στενό Κέας-Κύθνου, εντοπίσαμε και το πρόβλημα (έμπαιναν από τη σαλαμάστρα), η ηλεκτρική αντλία και το φλοτέρ καπούτ (άγνωστο πώς), στοχεύσαμε προς το πρώτο καλό λιμάνι με μηχανικούς και γερανό» (σελ.11-12). Το αρχικό αυτό μούδιασμα όμως σύντομα μετατρέπεται σε σαγήνη, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα κείμενα του Καρκαβίτσα ή του Καββαδία, που έκαναν πολλούς στεριανούς, αν όχι ν’ αγαπήσουν, τουλάχιστον να εξοικειωθούν και με αυτή την πλευρά της θάλασσας.
Κι όσο προχωρά η σαγηνευτική αφήγηση, τόσο έχουμε την αίσθηση ότι ενισχύεται ο παραλληλισμός της αγάπης του πρωταγωνιστή για το σκαρί του με μια σχέση ερωτική. Ο ήρωάς μας έχει επενδύσει στην αγορά του ιστιοπλοϊκού, χωρίς να έχει από την αρχή υπόψη τι θα στοιχίσει η συντήρησή του. Όπως επενδύει κανείς σε μια σχέση, συναισθηματικά αυτή τη φορά, χωρίς να έχει υπόψη πόσο θα του στοιχίσει η συντήρηση και πόσο η διάλυσή της. Όταν όμως τα προβλήματα συσσωρεύονται, τι μπορεί να γίνει; Πώς να ξεφορτωθεί κανείς κάτι που έχει αγαπήσει πολύ; Και με τι κόστος; Μήπως η αναπαλαίωση είναι η απάντηση; Και με τι κόστος, ξανά;
Η γραφή του Φαίδωνα Ταμβακάκη είναι πυκνή, στον μεστό λόγο του δεν φαίνεται να περισσεύει ούτε λέξη. Το χιούμορ του γλυκόπικρο και υπαινικτικό, το ύφος του συχνά αυτοσαρκαστικό: «Άκουγα σαν τώρα το γέλιο της, πάντοτε με έβρισκε αστείο, ώσπου να καταλάβει πως ήμουν γελοίος» (σελ.14). Ζει και περιγράφει την εποχή μας, με όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα και τις ευκολίες: «Ζήτησα τηλεφωνικό κατάλογο σ’ ένα καφενείο, με κοίταξαν απορημένοι: από ποιον αιώνα ερχόμουν; Ένας τριαντάρης, μουστακαλής, για ιδιοκτήτη τον έκοψα, διέκοψε το τηλεφώνημά του, πρότεινε να ψάξει στο ίντερνετ» (σελ.23). Παράλληλα, όμως, το μυαλό του δουλεύει σε αγαστή σύμπνοια με την ψυχή του, περιγράφοντας και αναζητώντας την αιώνια ουσία των πραγμάτων, και κατορθώνοντας εντέλει να πετύχει μια ζηλευτή ισορροπία ανάμεσα στις εσωτερικές διαδρομές και τα εξωτερικά ερεθίσματα και γεγονότα. Αξίζει να διαβαστεί –και, λόγω μεγέθους, μπορεί να διαβαστεί– πολλές φορές.
Σημείωση: Το καλαίσθητο εξώφυλλο κοσμούν έργα του Παναγιώτη Μπελντέκου.
Βρείτε το βιβλίο εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου